Skip to content

Το δημοψήφισμα του 2004 – από τα αρχεία μου 2: Σχόλια Μαρκίδη στο διάγγελμα Τάσσου.

Απρίλιος 25, 2012

 

Διάγγελμα  του  Προέδρου  της  Δημοκρατίας  κ. Τάσσου Παπαδόπουλου

για  το  δημοψήφισμα  της  24ης  Απριλίου  2004

 

08/04/2004

 

ΣΧΟΛΙΑ  –  ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

ΑΛΕΚΟΥ   ΜΑΡΚΙΔΗ

                                                                                                                       

 Συμπατριώτισσες, Συμπατριώτες, Αυτές τις εξαιρετικής ιστορικής σημασίας συνθήκες, νιώθω υποχρέωσή μου να απευθυνθώ σ΄ εσάς: στον κυρίαρχο κυπριακό λαό. Κάθε λαός διαμορφώνει και γράφει τη δική του ιστορία. Άλλοτε με απελευθερωτικούς και κοινωνικούς αγώνες, άλλοτε με δημοκρατικές διαδικασίες διά της ψήφου του. Τώρα καλείται ο κυπριακός λαός, καλούμαστε ο καθένας χωριστά και συλλογικά, να γράψουμε την ιστορία του μέλλοντος της Κύπρου.

Η πατρίδα μας διέρχεται τις πιο δραματικές ώρες της μακραίωνης ιστορίας της. Ώρες καθοριστικές όχι μόνο για το παρόν και τη δική μας γενεά, αλλά και για το μέλλον και τις γενεές που θα έρθουν. Οι αποφάσεις που θα πάρουμε εμείς σήμερα, διαμορφώνουν και καθορίζουν τις τύχες και τα πεπρωμένα και των επερχόμενων γενεών.

Είμαι πεπεισμένος ότι ολόκληρη η πολιτική ηγεσία του τόπου, αλλά και η κάθε μιά και ο καθένας από σας, έχει πλήρη επίγνωση της σοβαρότητας της απόφασης που καλούμαστε να πάρουμε στο δημοψήφισμα της 24ης του Απρίλη, και ότι συμμερίζεστε το βάρος της ευθύνης που αναλαμβάνουμε με την ψήφο μας. Αυτή η απόφαση ανήκει αποκλειστικά και μόνο στον κυπριακό λαό. Ελπίζω οι ξένοι φίλοι μας να σεβαστούν το λαό και την Κυπριακή Δημοκρατία. Ελπίζω να κατανοήσουν ότι παρεμβάσεις και πιέσεις προσβάλλουν την αξιοπρέπεια του κυπριακού λαού, είναι αντίθετες προς ρητή πρόνοια του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και, τελικά, καταλήγουν αντιπαραγωγικές.

Η κρισιμότητα των αποφάσεων που καλούμαστε να πάρουμε συλλογικά, αλλά και ατομικά, δεν μας επιτρέπει να αποδυθούμε σε συναγωνισμό για το ποιός είναι περισσότερο ή λιγότερο πατριώτης. Όλοι έχουμε τον ίδιο στόχο και όλοι έχουμε την ίδια έγνοια για το μέλλον της πατρίδας μας.

Υπάρχουν διαφορές στις εκτιμήσεις, στην ανάλυση των περίπλοκων και, εν πολλοίς, δυσνόητων προνοιών του Σχεδίου Ανάν και των βραχυπρόθεσμων και μακροχρόνιων αποτελεσμάτων του. Καλώ όλους να λειτουργήσουμε σε πνεύμα αλληλοσεβασμού, χωρίς φανατισμό και προπηλακισμούς. Δεν πρόκειται για πολιτικές εκλογές όπου τα Κόμματα καταμετρούν τη δύναμή τους. Δεν θα αναμετρηθούν τα Κόμματα μεταξύ τους. Θα αναμετρηθούμε με την ιστορία.

Η διαφύλαξη λοιπόν της ενότητας μας είναι ύψιστο χρέος προς την πατρίδα μας. Όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, οφείλουμε να το σεβαστούμε και η επόμενη μέρα πρέπει να μας βρει μονοιασμένους και δυνατούς. Η Κύπρος θα μας χρειαστεί όλους. Δεν περισσεύει κανένας.

Σέβομαι και εκτιμώ κάθε καλόβουλη και ειλικρινή άποψη και προσπαθώ να την κρίνω με αντικειμενικότητα και να την σταθμίσω, χωρίς προκαταλήψεις, και ανεπηρέαστος από δογματισμούς ή συναισθηματική φόρτιση.

Ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας και εκλεγμένος εκπρόσωπος της Ελληνοκυπριακής κοινότητας φέρω το αυξημένο βάρος της ευθύνης της διεξαγωγής των διαπραγματεύσεων και το χρέος να δηλώσω δημόσια, με ειλικρίνεια και παρρησία τη δική μου αποτίμηση της κατάληξης και τη δική μου απόφαση. Χωρίς καμιά προσπάθεια επιβολής της δικής μου επιλογής και θέλησης αλλά ως καθοδήγηση και συνεκτίμηση από σας. Η τελική απόφαση ήταν πάντα και παραμένει δική σας. Η ετυμηγορία σας θα εκφραστεί στο δημοψήφισμα της 24ης του Απρίλη.

Από την ημέρα που επέστρεψα από τη Λουκέρνη, αφιέρωσα όλο μου το χρόνο για να μελετήσω με τους συνεργάτες μου και τους λειτουργούς του Κράτους το τελικό Σχέδιο Ανάν, σε όλες του τις πτυχές. Άκουσα απόψεις, εκτιμήσεις και αναλύσεις. Παρακολούθησα με προσοχή τον δημόσιο διάλογο που έχει αναπτυχθεί και τα επιχειρήματα που οι διάφορες πλευρές παρέθεσαν. Έχω ζητήσει και έλαβα γνωμοδοτήσεις ξένων διεθνολόγων και συνταγματολόγων πάνω σε συγκεκριμένες πτυχές και πρόνοιες του Σχεδίου. Αξιολόγησα τις δηλώσεις διεθνών παραγόντων με νηφαλιότητα, ψυχραιμία και αντικειμενικότητα. Αξιολόγησα τις εκτιμήσεις Ελλαδικών Κομμάτων και ξένων Κυβερνήσεων με τις οποίες επικοινώνησα. Αναμένω και θα μελετήσω με προσοχή τις τελικές αποφάσεις των πολιτικών Κομμάτων της Κύπρου, τα οποία σέβομαι και εκτιμώ για την προσφορά τους στον τόπο. Κριτήριο της αξιολόγησής μου ήταν ένα και μοναδικό: η εξυπηρέτηση των συμφερόντων και δικαιωμάτων του κυπριακού λαού στο σύνολό του, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Αυτό μου επιβάλλει η συνείδησή μου. Αυτό απαιτεί το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας, στο οποίο με την ψήφο σας με εκλέξατε.

Ελληνικέ κυπριακέ λαέ,

Όταν πριν από ένα χρόνο ζήτησα την ψήφο σου, ανέλαβα τη δέσμευση ότι θα αγωνιστώ με όλες μου τις δυνάμεις, σε κάθε επίπεδο και από κάθε βήμα που προσφέρεται, για να πετύχω βελτιώσεις στην τότε εκδοχή του Σχεδίου Ανάν, με στόχο να καταστεί λειτουργικό και, άρα, βιώσιμο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δεσμεύτηκα ότι οι απαιτήσεις μας για βελτιώσεις θα ήσαν εντός των παραμέτρων του Σχεδίου και δεν θα ανέτρεπαν τη γενική φιλοσοφία του Σχεδίου, ούτε θα ανέτρεπαν ουσιώδεις και βασικές πρόνοιές του ή συμβιβασμούς που είχαν συμφωνηθεί στις συνομιλίες που είχαν προηγηθεί της εκλογής μου.
Δεσμεύτηκα, ακόμη, ότι θα επεδίωκα λύση που θα διασφάλιζε τα συμφέροντα των Ελληνοκυπρίων αλλά και των Τουρκοκυπρίων, στα πλαίσια μιας επανενωμένης Κύπρου.
 

 

 

 

 

Συνεπής στην πάγια πολιτική του Εθνικού Συμβουλίου, ότι η δική μας πλευρά επιδίωκε δικοινοτικές διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών και ανταποκρινόμενος σε συνεχείς παραινέσεις της πολιτικής ηγεσίας του τόπου, δεν έπαυσα να επιζητώ και να πιέζω για επανάληψη της πρωτοβουλίας του Γενικού Γραμματέα με βάση το Σχέδιο Ανάν και κάτω από τις προϋποθέσεις που είχαν συμφωνηθεί στο Εθνικό Συμβούλιο.
 

 

 

 

 

 

 

 

Τελικά, ο Γενικός Γραμματέας μας κάλεσε στη Νέα Υόρκη στις 10 Φεβρουαρίου του 2004, για να συμφωνήσουμε σε νέα διαδικασία διεξαγωγής των διαπραγματεύσεων, θέτοντας ως όρο για την ανάληψη νέας πρωτοβουλίας, την αποδοχή διαιτητικού ρόλου του Γενικού Γραμματέα.

Αν δεν ανταποκρινόμουν θετικά στην πρόσκληση του Γενικού Γραμματέα θα ενεργούσα αντίθετα με την πάγια πολιτική του Εθνικού Συμβουλίου και θα ήμουν ασυνεπής στην πάγια θέση μας ότι επιδιώκουμε λύση του προβλήματος με συνομιλίες υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών.

Με τη σύμφωνη γνώμη των εκπροσώπων των, αριθμητικά, μεγαλύτερων πολιτικών δυνάμεων που με συνόδευσαν στη Νέα Υόρκη και με τη σύμφωνη γνώμη της τότε Κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης της Ελλάδας, δεχθήκαμε αυτή την αλλαγή της διαδικασίας. Προσωπικά, δέχθηκα αυτή τη νέα διαδικασία, εφόσον στη διαιτητική απόφαση του Γενικού Γραμματέα ο λαός της Κύπρου με την άμεση και προσωπική ψήφο του καθενός σε δημοψήφισμα, θα είχε τον τελευταίο λόγο.

Μετά από εκτίμηση της πλειοψηφίας του Εθνικού Συμβουλίου, ότι η από μέρους μας υποβολή μαξιμαλιστικών θέσεων θα οδηγούσε σε επικρίσεις κατά της πλευράς μας, υποβάλαμε συναινετικές προτάσεις που εξυπηρετούσαν και τις δύο Κοινότητες. Διατηρήσαμε το δικαίωμα να εγείρουμε πρόσθετα θέματα, σχετικά με το εδαφικό, τις περιουσίες και την επιστροφή των εκτοπισμένων, αν η Τουρκοκυπριακή πλευρά ήγειρε τέτοια θέματα. Όντως η Τουρκοκυπριακή πλευρά ήγειρε τέτοια θέματα και η δική μας πλευρά, με έγγραφα της, ήγειρε τις ανταπαιτήσεις της, τόσο στην εδαφική πτυχή όσο και για τα δικαιώματα εκτοπισμένων και περιουσιών.

Περιοριστήκαμε στον ελάχιστο αλλά πολύ σημαντικό στόχο: στην επανένωση της πατρίδας μας και του λαού μας. Επιδιώξαμε θεσμικές αλλαγές που, από τη μια, θα ενίσχυαν τη λειτουργικότητα της λύσης, και από την άλλη, θα δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις για επανένωση θεσμών και λειτουργιών.

Η αρνητική στάση και οι μαξιμαλιστικές θέσεις της Τουρκικής πλευράς, αλλά και η ανοχή που τα Ηνωμένα Έθνη επέδειξαν για απαιτήσεις της εκτός των παραμέτρων του Σχεδίου Ανάν, δεν επέτρεψαν τη διεξαγωγή ουσιαστικών διαπραγματεύσεων, παρά τη δική μας καλή θέληση.

Ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, ασκώντας τη διαιτητική αρμοδιότητα του, κατάρτισε το Πέμπτο Σχέδιο Ανάν, χωρίς να προϋπάρξει συμφωνία των μερών σε οποιοδήποτε από τα θέματα που είχαν εγερθεί στις διαπραγματεύσεις, στη Λευκωσία και στην Ελβετία.

Στο Πέμπτο Σχέδιο Ανάν, περιέχονται βελτιώσεις σε σύγκριση με το Τρίτο και Τέταρτο Σχέδιο Ανάν. Αυτές οι βελτιώσεις δεν ικανοποιούν τις ελάχιστες απαιτήσεις που είχαμε υποβάλει. Ούτε όσο αφορά τη λειτουργικότητα του Σχεδίου, ούτε όσο αφορά την ετοιμότητα εφαρμογής του από την επόμενη των δημοψηφισμάτων, ούτε όσο αφορά την ουσιαστική επανένωση της πατρίδας μας στο οικονομικό, δημοσιονομικό και νομισματικό τομέα.

Αυτή δεν είναι η ώρα ούτε η ευκαιρία να προβώ σε λεπτομερή ανάλυση του Σχεδίου Ανάν. Αυτό θα γίνει στις επόμενες μέρες και μέχρι τη διεξαγωγή των δημοψηφισμάτων.

Νομίζω, όμως, ότι είναι χρήσιμο να αναφερθώ, εν είδει παραδειγμάτων, σε μερικές πτυχές που φαίνεται να σας προβληματίζουν. Δεν θα επιχειρήσω ούτε «δαιμονοποίηση» ούτε εξωραϊσμό του Σχεδίου Ανάν. Δεν δέχομαι, όμως, τον ισχυρισμό ότι όποιος επισημαίνει αδυναμίες του Σχεδίου, αναγκαστικά, επιδίδεται σε παραπληροφόρηση ή ότι αυτό δεν είναι αντικειμενική ενημέρωση του λαού.

Οι προτάσεις μας για διασφάλιση της λειτουργικότητας δεν περιορίζονταν και δεν εξαντλούνταν στη σύνθεση του Προεδρικού Συμβουλίου ή στην ίδρυση και λειτουργία Πρωτόδικου Δικαστηρίου ή στη Συμφωνία Συνεργασίας για θέματα Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντίθετα, επεκτείνοντο και κάλυπταν και τους επτά τομείς των προτάσεών μας, δηλαδή, τη νομοθεσία, την Κεντρική Τράπεζα, την κοινή νομισματική και δημοσιονομική πολιτική, τη σμίκρυνση των χρονικών περιόδων ανάκτησης περιουσίας, τη σμίκρυνση των μεταβατικών περιόδων, τη διοικητική διάρθρωση της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης, την εκλογή των μελών των Κοινοβουλευτικών Οργάνων, τη νομοθεσία και τους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων από διοικητικά όργανα, την εδαφική πτυχή, το θέμα των αγνοουμένων, το θέμα της Καρπασίας και άλλα. Θέλω να τονίσω εμφαντικά ότι όλες οι απαιτήσεις μας, που υποβλήθηκαν με πλήρη τεκμηρίωση, ήσαν εντός των παραμέτρων του Σχεδίου Ανάν και δεν αφαιρούσαν δικαιώματα που το Σχέδιο Ανάν παρείχε στους Τουρκοκύπριους συμπατριώτες μας.
 

 

 

 

 

Αντίθετα, η Τουρκική πλευρά υπέβαλε 11 απαιτήσεις, που επηρεάζουν αρνητικά τα συμφέροντα των Ελληνοκυπρίων και οι οποίες υιοθετούνται, όλες, στο τελικό κείμενο του Σχεδίου Ανάν.
 

 

 

 

Τώρα καλούμαστε να κρίνουμε κατά πόσο το τελικό Σχέδιο Ανάν ικανοποιεί τους ελάχιστους στόχους που έχουμε θέσει. Με αντικειμενικότητα και με αίσθημα ευθύνης καλούμαστε να κρίνουμε εάν επιτυγχάνεται η επανένωση της πατρίδας μας σε ένα ομόσπονδο κράτος που θα είναι λειτουργικό, βιώσιμο, θα διασφαλίζει τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα και θα δημιουργεί συνθήκες ασφάλειας και οικονομικής ευημερίας τόσο για τους Ελληνοκύπριους όσο και για τους Τουρκοκύπριους.

Κατά πόσο οι πρόνοιες του Σχεδίου Ανάν, όπως έχουν οριστικά διαμορφωθεί μας επιτρέπουν να μετέχουμε ενεργητικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να αξιοποιήσουμε τα οφέλη που θα προκύψουν.

Με πόνο ψυχής καταλήγω στη διαπίστωση ότι ακόμα και με την πιο ελαστική, την πιο επιεική κρίση, το τελικό Σχέδιο Ανάν δεν ικανοποιεί τους ελάχιστους στόχους που θέσαμε. Οι ουσιαστικότερες των προτάσεών μας δεν έγιναν αποδεκτές. Ακόμη και στις πρόνοιες που έχουν βελτιωθεί, διαπιστώνουμε λειτουργικές δυσκολίες, περίπλοκες διαδικασίες και επικίνδυνες ασάφειες.

Η πιο βασική και θεμελιώδης ανησυχία και αγωνία μου για το μέλλον της πατρίδας μας εστιάζεται στα εξής:

Η Τουρκοκυπριακή κοινότητα αποκτά όλα τα βασικά αιτήματα που διεκδίκησε, από την πρώτη ημέρα εφαρμογής της λύσης. Για την ακρίβεια, εικοσιτέσσερις ώρες μετά τη διεξαγωγή των δημοψηφισμάτων.

Παραμένει, ακόμη, αβέβαιο και ασαφές αν θα υπάρξει επικύρωση της Συνθήκης από το Τουρκικό Κοινοβούλιο, πριν τεθεί σε εφαρμογή η Ιδρυτική Συμφωνία.
 

Αναγνωρίζεται η οντότητά της ως «νόμιμο συνιστών Κράτος». Διαγράφεται η εισβολή και η κατοχή. Οι κάτοχοι της Τουρκοκυπριακής υπηκοότητας γίνονται αποδεκτοί ως νόμιμοι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι Τουρκοκύπριοι εξασφαλίζουν ισότιμη συμμετοχή στη διοίκηση του νέου Ομοσπονδιακού Κράτους, με το καθεστώς των ισότιμων «συμπροέδρων» και ισότιμη και ισάριθμη συμμετοχή των εκπροσώπων του Τουρκοκυπριακού συνιστώντος Κράτους, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και σε όλες τις ειδικές Επιτροπές και Όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αντίθετα, όλα και όσα προσδοκεί να αποκτήσει η Ελληνοκυπριακή κοινότητα, έστω και από μια κακή και οδυνηρή λύση, παραπέμπονται χωρίς εγγυήσεις στο μέλλον και εξαρτώνται από την καλή πίστη της Τουρκίας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει. Υπόκεινται ακόμη, στην προϋπόθεση ότι όλα θα λειτουργήσουν ομαλά.
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Με λίγα λόγια «αγοράζουμε ελπίδα», με μόνο αντάλλαγμα και διασφάλιση την καλή θέληση της Τουρκικής πλευράς να τηρήσει τη συμφωνία.

Η επιστροφή των κατεχομένων δικών μας εδαφών θα γίνει σε περίοδο μεταξύ τρεισήμισι μηνών και τρεισήμισι χρόνων, από την υπογραφή της λύσης, χωρίς καμία εγγύηση ότι αυτό θα εφαρμοστεί. Η πρότασή μας όπως υπαχθούν τα εδάφη αυτά υπό τον έλεγχο της Ειρηνευτικής Δύναμης και όχι του τουρκικού στρατού, έχει απορριφθεί.

Η απόκτηση περιουσιών ή αποζημιώσεων το συντομότερο που θα γίνει, είναι σε περίοδο τριών χρόνων μετά την υπογραφή της λύσης και πέντε χρόνων ή, περισσότερων, κατά απόφαση του Συμβουλίου Περιουσιών,

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

και μέσα από μια περίπλοκη διαδικασία με πολλές ασάφειες και δυσμενείς οικονομικές πρόνοιες για την πλευρά μας.

 

Το κόστος των αποζημιώσεων θα κληθούν να καταβάλουν στο μεγαλύτερο του μέρος οι Ελληνοκύπριοι. Εγείρονται σοβαρά ερωτήματα αν το Ομοσπονδιακό Κράτος που θα εγγυηθεί το ένα τρίτο των αποζημιώσεων, θα έχει το τεκμήριο έγκυρου εγγυητή για να μην σημειωθεί πτώση στην αξία των ομολόγων, όπως έγινε με το Χρηματιστήριο. Το ίδιο ισχύει και για τον Οργανισμό δανειοδότησης με υποθήκη για απόκτηση των περιουσιών Ελληνοκυπρίων που δεν θα επιστραφούν από Τουρκοκύπριους.

Πρόσφατα έχει αναχθεί σε μεγάλο θέμα και παρουσιάζεται ως σημαντική παραχώρηση προς τους Ελληνοκύπριους η ευχέρεια απόκτησης δευτερεύουσας κατοικίας στο Τουρκοκυπριακό συνιστών κράτος. Ασφαλώς αυτό το δικαίωμα, θα είχε μεγάλη σημασία, αν ήταν αυτόματο και γενικό.

Δυστυχώς οι πρόνοιες του σχετικού Συνταγματικού Νόμου και της Πράξης Προσαρμογής που θα εγκρίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση, καθορίζουν ότι αυτό το δικαίωμα δεν είναι αυτόματο.

Αντίθετα, το Τουρκοκυπριακό συνιστών κράτος έχει δικαίωμα και ευχέρεια, με δικό του νόμο, να ρυθμίζει και να περιορίζει αυτό το δικαίωμα για μια δεκαπενταετία ή μέχρις ότου το ακαθάριστο εθνικό προϊόν του Τουρκοκυπριακού συνιστώντος κράτους φθάσει στο 85% του κατά κεφαλήν εισοδήματος του Ελληνοκυπριακού συνιστώντος κράτους.

Η επιστροφή των προσφύγων υπό Τουρκοκυπριακή διοίκηση προβλέπεται να γίνει με τέτοια χρονοδιαγράμματα και ποσοστώσεις που δεν δημιουργούν συνθήκες ασφάλειας, για να μπορέσουν με βεβαιότητα οι πρόσφυγες μας να ασκήσουν αυτό το δικαίωμα, και να έχουν βεβαιότητα ότι θα έχουν ασφάλεια ή ότι θα έχουν σχολεία για τα 3, 10 ή 20 παιδιά τους. Και δυστυχώς δεν αποκτούν όλοι οι πρόσφυγές μας το αναφαίρετο δικαίωμα της επιστροφής. Επιπλέον, οι Ελληνοκύπριοι που θα ζουν στο Τουρκοκυπριακό συνιστών Κράτος θα στερούνται των πολιτικών τους δικαιωμάτων και του δικαιώματος ψήφου για τη Γερουσία, κατά παράβαση κάθε δημοκρατικής αρχής.
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Με το τελικό Σχέδιο Ανάν δεν ικανοποιήθηκαν οι Κύπριοι αλλά ικανοποιήθηκε απόλυτα η επιδίωξη της Τουρκίας να ελέγχει και να κηδεμονεύει την Κύπρο. Παραμένουν στην ουσία όλοι οι έποικοι, ενώ μετά από 19 χρόνια, εμφανής είναι η πιθανότητα της κατάργησης της παρέκκλισης του 5% Ελλήνων και Τούρκων υπηκόων που θα μπορούν να εγκατασταθούν στην Κύπρο, με ορατό τον κίνδυνο για νόμιμο μαζικό εποικισμό της Κύπρου από την Τουρκία. Διότι η συνέχιση της διασφάλισης του 5%, μετά τα 19 χρόνια, θα εξαρτάται από την έγκριση νόμου από το Προεδρικό Συμβούλιο, τη Βουλή και τη Γερουσία, όπου χρειάζεται και η συναίνεση των αντίστοιχων Τουρκοκυπριακών μελών αυτών των οργάνων.
 

 

 

 

 

 

Η παραμονή έστω και μικρού αριθμού τουρκικών στρατευμάτων μόνιμα στην Κύπρο, με διευρυμένα παρεμβατικά δικαιώματα στο Ελληνοκυπριακό κρατίδιο χωρίς εγγυητικούς μηχανισμούς, ενώ εμείς θα έχουμε διαλύσει την Εθνική Φρουρά, δημιουργεί συνθήκες ανασφάλειας για τους Ελληνοκυπρίους. Τόσο ο εποικισμός όσο και η συνεχής παρουσία τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο, δεν εξυπηρετεί βέβαια ούτε τους Ελληνοκύπριους ούτε τους Τουρκοκύπριους, παρά μόνο την Τουρκία.
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μέσα από προσεκτική μελέτη των οικονομικών πτυχών του Σχεδίου Ανάν, διαπιστώνουμε ότι είναι αμφίβολη η οικονομική βιωσιμότητά του. Η εφαρμογή των σχετικών προνοιών συνεπάγεται δυσβάστακτες οικονομικές επιπτώσεις για τους Ελληνοκύπριους, ενώ η όλη δομή του Σχεδίου θα οδηγήσει, αν όχι σε κατάρρευση της κυπριακής οικονομίας, σίγουρα σε σοβαρή οικονομική κρίση και επιπτώσεις στο βιοτικό επίπεδο των Ελληνοκυπρίων που με τόσες θυσίες οικοδομήσαμε.

Οι λειτουργικές αδυναμίες του Σχεδίου θέτουν, μεταξύ άλλων, σε κίνδυνο την ομαλή δραστηριότητα και συμμετοχή της Κύπρου, με μια φωνή, στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

 

 

 

Ενώ με πολλές θυσίες οι Ελληνοκύπριοι κατέκτησαν την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πολύ εύκολα μπορεί να οδηγηθούμε σε «αδρανοποίηση» της ένταξης μέχρι την υιοθέτηση όλων των απαραίτητων ομοσπονδιακών και περιφερειακών νομοτυπικών μέτρων ή της απώλειας των ωφελημάτων της ένταξης ή της αντιμετώπισης εμποδίων στη συμμετοχή της Κύπρου στην ΟΝΕ και τους άλλους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Με άλλα λόγια, το Σχέδιο Ανάν δεν καταλύει την de facto διχοτόμηση, αλλά, αντίθετα τη νομιμοποιεί και την εμβαθύνει. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν θέλουμε τη λύση και επανένωση της πατρίδας μας. Διότι σε αυτό το ερώτημα, η καθολική απάντηση είναι «ναι». Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν το Σχέδιο Ανάν επιφέρει την επανένωση ή αν διαιωνίζει τη διαίρεση και, μάλιστα, με τη συγκατάθεση και υπογραφή μας.
 

 

 

 

 

 

 

Το Σχέδιο Ανάν, δεν οδηγεί στην επανένωση των δύο Κοινοτήτων αλλά αντίθετα προωθεί το μόνιμο διαχωρισμό με περιορισμούς στη διακίνηση, εγκατάσταση, στο δικαίωμα κτήσεως περιουσίας, στην άσκηση πολιτικών δικαιωμάτων και των άλλων χωριστικών στοιχείων του.

Ενώ η ενοποίηση της οικονομίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια ενοποιητική δυναμική, με κοινούς οικονομικούς στόχους, κοινά οικονομικά προβλήματα, κοινούς αγώνες και ακόμη μελλοντικά οργάνωση των εργαζομένων σε κοινές συντεχνίες, κάτι που εξυπηρετούσε την Κύπρο, τελικά επιβλήθηκε χωριστή οικονομία. Δεν θα υπάρχει κοινή νομισματική, δημοσιονομική πολιτική και δεν θα επιτρέπονται επενδύσεις ελληνοκυπριακών επιχειρήσεων στο Τουρκοκυπριακό συνιστών Κράτος.
 

 

 

 

 

 

Ο στόχος της επανένωσης της πατρίδας μας και του λαού της, δεν επιτυγχάνεται. Με τη μετατροπή των διαιρετικών προνοιών του Σχεδίου σε πρωτογενές δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκλείπει ακόμη και η αμυδρή ελπίδα για εξέλιξη και βελτίωση μελλοντικά της λύσης. Ο στόχος της Τουρκοκυπριακής πλευράς για δύο λαούς, με δύο κράτη που θα ζουν χωριστά και απλά θα συνεργάζονται, επιτυγχάνεται απόλυτα.
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Είναι σωστό ότι η διαδικασία διαπραγματεύσεων συνεπάγεται συμβιβασμούς. Μειώνοντας το χάσμα των διαφορετικών επιδιώξεων και των διαφορών. Μια διαδικασία «πάρε – δώσε».

Υπάρχουν πολλές πτυχές και πρόνοιες του Σχεδίου Ανάν, για τις οποίες δεν είμαι ικανοποιημένος από τους συμβιβασμούς που επιβλήθηκαν, χωρίς κάν να προηγηθεί διαπραγμάτευση και με πλήρη παραγνώριση των δικών μας τεκμηριωμένων απαιτήσεων.

Δεν είμαι ικανοποιημένος, για παράδειγμα, από τη μείωση του αριθμού των εκτοπισμένων που θα επιστρέψουν.

Δεν είμαι ικανοποιημένος από τις ποιοτικές και ποσοστιαίες μειώσεις στα περιουσιακά δικαιώματα των νομίμων ιδιοκτητών περιουσιών στα κατεχόμενα.

Αυτά αποτελούν δυσμενέστερες πρόνοιες από αυτές που υπήρχαν στο Σχέδιο Ανάν Τρία ή στο Σχέδιο Ανάν Τέσσερα που το Εθνικό Συμβούλιο έκρινε ότι δεν ήταν αποδεκτό ως λύση, αλλά μόνο ως βάση για διαπραγμάτευση, με στόχο τη βελτίωση αυτών των προνοιών. Τώρα αυτές οι πρόνοιες έχουν γίνει δυσμενέστερες για τους Ελληνοκύπριους.

Μας ζητούν να δεχθούμε αυτές τις πιο δυσμενείς προσαρμογές, μέσα στο πνεύμα του συμβιβασμού. Μας λένε ότι δεν μπορεί να προκύψει λύση, αν δεν γίνουν τέτοιοι οδυνηροί συμβιβασμοί, και ότι πρέπει να βρεθεί η μέση λύση.

Όμως, υπάρχουν θέματα αρχών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπου η «μέση λύση» δεν συνιστά τη σωστή απάντηση. Η ολοφάνερη και σωστή αρχή δεν είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης να μοιραστεί την περιουσία του με τον παράνομο εισβολέα ή να διεκδικήσει αποζημιώσεις για την αποστέρηση της περιουσίας του, που, μάλιστα, σε τελευταία ανάλυση, θα τις καταβάλει ο ίδιος, αφού το ένα τρίτο των αποζημιώσεων θα το εγγυηθεί το Ομοσπονδιακό Κράτος, οι πόροι του οποίου θα προέρχονται κατά τα εννέα δέκατα από Ελληνοκύπριους και μόνο το ένα δέκατο από τους Τουρκοκύπριους.
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το Σχέδιο Ανάν προνοεί ότι, μετά τα 19 χρόνια ή μέχρι την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όποιο συμβεί πρώτο, οι κατοικούντες αντίστοιχα, σε κάθε ένα από τα δύο συνιστώντα Κράτη οι οποίοι δεν έχουν ως μητρική γλώσσα την επίσημη γλώσσα του άλλου συνιστώντος Κράτους, δεν μπορούν να υπερβαίνουν το ένα τρίτο του συνολικού πληθυσμού εκείνου του συνιστώντος Κράτους. Δηλαδή οι ομιλούντες την ελληνική γλώσσα σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούν να υπερβαίνουν το 1/3 του συνολικού πληθυσμού του τουρκοκυπριακού κρατιδίου.

Αυτό αν και είναι θετικό, εν τούτοις αξίζει να αναφερθεί ότι στα προηγούμενα Σχέδια Ανάν δεν υπήρχε ούτε ο χρονικός ούτε ο ποσοστιαίος περιορισμός του ενός τρίτου, από τη στιγμή που η Τουρκία θα καθίστατο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πρόσθετα, σύμφωνα με το Σχέδιο Ανάν, τώρα στο ένα τρίτο της έκτασης γης που θα μπορούν να αποκτήσουν οι Ελληνοκύπριοι στο Τουρκοκυπριακό συνιστών Κράτος (και, αντίστοιχα, οι Τουρκοκύπριοι στο Ελληνοκυπριακό συνιστών Κράτος) προστίθεται και το κριτήριο «της αξίας» του ενός τρίτου και η προϋπόθεση ότι από αυτό το ένα τρίτο, εξαιρούνται οι περιουσίες στις οποίες δικαιούται ο σημερινός Τουρκοκύπριος χρήστης.
 

 

 

 

 

 

 

Οι πιο σοβαρές ανησυχίες και προβληματισμοί μου για το Σχέδιο Ανάν, δεν εστιάζονται στους συμβιβασμούς που προτάθηκαν ή επιβλήθηκαν, που πολλοί κρίνουν ως άδικους για την πλευρά μας.

Άλλωστε, εδώ και πολύ χρόνο, έχω πει ότι η οποιαδήποτε λύση που θα εξευρεθεί κάτω από τη σκιά και τα τετελεσμένα της εισβολής και της παρουσίας 35,000 τουρκικού στρατού στην Κύπρο, δεν μπορούσε να είναι δίκαιη. Αυτό το τίμημα, είμαστε έτοιμοι να το καταβάλουμε προκειμένου να βρεθεί λύση στο Κυπριακό. Αν, όμως, δεν μπορούσε να είναι δίκαιη η λύση, έπρεπε να επιδιώξουμε να είναι τουλάχιστο λειτουργική ώστε να είναι βιώσιμη.

Χωρίς λειτουργικότητα, χωρίς αποτελεσματική διαδικασία για επίλυση των αδιεξόδων σε ένα καθεστώς όπου οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται με βάση ισοτιμίας, δηλαδή 50% με 50%, παρέχεται σε κάθε πλευρά η ευχέρεια και η δυνατότητα να δημιουργούν αδιέξοδα που θα οδηγούν σε παράλυση τις διοικητικές λειτουργίες του κράτους.
 

 

 

 

 

 

Μια παράλυση, που όταν συνεχίζεται, αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε διάλυση της κρατικής λειτουργίας, προτού κάν εφαρμοστεί η «νέα κατάσταση πραγμάτων», το νέο Κράτος.

Να θυμούμαστε πάντα, ότι εμείς δίνουμε από την επόμενη των δημοψηφισμάτων όλα και όσα επιδιώκει η Τουρκική πλευρά, και το Κράτος μας καταλύεται, ενώ εμείς θα αναμένουμε να εξασφαλίσουμε τα δικά μας ανταλλάγματα, όπως, επιστροφή εδαφών, περιουσίες και εγκατάσταση, στο μέλλον.

Από τριάμισι χρόνια για επιστροφή κατεχομένων εδαφών, σε πέντε χρόνια για την επανάκτηση περιουσίας ή αποζημίωσης για περιουσία στο Τουρκοκυπριακό συνιστών Κράτος και από τρία μέχρι 19 χρόνια για σταδιακή επιστροφή στο Τουρκοκυπριακό συνιστών Κράτος. Στο μεταξύ η Κυπριακή Δημοκρατία θα έχει εξαφανιστεί εικοσιτέσσερις ώρες μετά τα δημοψηφίσματα.

Οι σοβαρές ανησυχίες μου δεν είναι γι’ αυτά τα άδικα και αβέβαια.

Οι ανησυχίες μου εστιάζονται και οφείλονται στην αβεβαιότητα για τη νέα Κύπρο που θα προκύψει από αυτό το Σχέδιο Ανάν.

Από την ευχέρεια και τη δυνατότητα του νέου κράτους να εγκαθιδρυθεί και να λειτουργήσει. Από την ικανότητα του να διαδραματίσει το σωστό ρόλο του μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως εποικοδομητικό μέλος και όχι ως ενοχλητικός συνεταίρος. Από την ανησυχία μου αν το νέο καθεστώς θα μπορεί, λόγω των αδιεξόδων στη λήψη αποφάσεων, να έχει ρόλο και λόγο στα Ηνωμένα Έθνη και άλλα διεθνή βήματα.
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Από την αγωνία μου αν η Κυβέρνηση του Ομοσπονδιακού κράτους, θα μπορεί να διασφαλίσει στους πολίτες του την οικονομική δυνατότητα και τις ευκαιρίες για ευημερία, ευμάρεια, ειρήνη και ασφάλεια σε ένα κράτος δικαίου, δημοκρατίας, συναίνεσης, που θα σέβεται και θα προασπίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα του κάθε πολίτη.

Αντί αυτού, το Σχέδιο Ανάν, απαιτεί από μένα να απευθύνω επιστολή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με την οποία να ζητώ να καταστεί η Ιδρυτική Συμφωνία πρωτογενές Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έτσι που να εμποδίζεται ο κάθε Κύπριος πολίτης να διεκδικήσει τα ανθρώπινα δικαιώματα του από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ακόμη, απαιτεί, να απευθύνω άλλη επιστολή στο Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με την οποία να απαιτώ απόσυρση όλων των προσφυγών που πολίτες κατέθεσαν και εκκρεμούν σε αυτό το Δικαστήριο.

Δεν είναι δυνατό ούτε θεωρώ ότι μου είναι επιτρεπτό, ως θεματοφύλακας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του κάθε πολίτη, να προβώ σε τέτοια ενέργεια που, στην ουσία, θα αφαιρεί από τον πολίτη το δικαίωμα να διεκδικήσει τα ανθρώπινα δικαιώματα του που είναι κατοχυρωμένα με διεθνείς συνθήκες που έχει επικυρώσει η Κυπριακή Δημοκρατία.
 

 

Με την ίδια υπευθυνότητα που πρέπει να αξιολογήσουμε τους κινδύνους από την υιοθέτηση του Σχεδίου Ανάν, πρέπει να μελετήσουμε και τις πιθανές επιπτώσεις από την απόρριψή του. Δεν συμμερίζομαι τις υπερβολές και τους εκβιασμούς που οι υποστηρικτές του Σχεδίου προβάλλουν στο λαό. Πρέπει να είμαστε έντιμοι και ειλικρινείς έναντι του λαού.

Λογικά υποβάλλεται το ερώτημα, ποιές θα είναι οι συνέπειες αν ο λαός στο δημοψήφισμα ψηφίσει «όχι».

Αν ο κυρίαρχος λαός με την ψήφο του απορρίψει το Σχέδιο, σε μια βδομάδα η Κυπριακή Δημοκρατία θα καταστεί πλήρες και ισότιμο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα πετύχουμε ένα στρατηγικό στόχο που από κοινού θέσαμε για να αναβαθμίσουμε και να θωρακίσουμε πολιτικά την Κυπριακή Δημοκρατία. Είναι δογματισμός και υποδηλώνει άγνοια των κανόνων της διεθνούς πολιτικής, η άποψη ότι αυτή θα είναι η τελευταία πρωτοβουλία για λύση του Κυπριακού. Οι βασικοί παράμετροι που επέφεραν αυτή την πρωτοβουλία θα συνεχίσουν να υπάρχουν και μετά την 25η Απριλίου. Η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα είναι δεδομένη. Η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας επίσης θα συνεχιστεί και έτσι η Άγκυρα θα βρίσκεται υπό συνεχή αξιολόγηση για την υιοθέτηση και εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Το διεθνές ενδιαφέρον για εξομάλυνση και ειρήνευση της περιοχής μας θα συνεχίσει να υπάρχει.
 

 

 

Δεν υπάρχουν προϋποθέσεις για αναγνώριση του ψευδοκράτους, από χώρες που έχουν σημασία, όπως είναι οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γιατί αυτές, έχουν, ήδη, υπογράψει με την Κυπριακή Δημοκρατία τη Συνθήκη Ένταξης που απαγορεύει τέτοια αναγνώριση. Όσα δε λέγονται για διεθνή απομόνωση αποτελούν εκβιασμό άνευ περιεχομένου. Η Κύπρος θα είναι η μόνη χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου με αναβαθμισμένο ρόλο αλλά και ευθύνες. Δεν θα επαναπαυθούμε, όμως, με την ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
 

 

 

Δεν θα πάψουμε να αγωνιζόμαστε για την επίλυση του Κυπριακού. Η ιστορία δεν τελειώνει την 1η Μαϊου. Θα συνεχίσουμε να αναλαμβάνουμε πρωτοβουλίες για λύση και να προωθούμε μέτρα στήριξης των συμπατριωτών μας Τουρκοκυπρίων.
 

 

 

Απευθυνόμενος στους συμπατριώτες μας Τουρκοκύπριους, θέλω να υπογραμμίσω την πραγματική μας έγνοια για μια λύση που να εξυπηρετεί και τα δικά τους συμφέροντα. Ουδέποτε απέβλεψα σε φαλκίδευση ή στέρηση των δικαιωμάτων τους. Οι προτάσεις που κατέθεσα στις συνομιλίες και τα μέτρα στήριξής τους που εξήγγειλα πριν από ένα περίπου χρόνο, αποτελούν απτή απόδειξη. Αυτή μου η στάση πηγάζει από την ειλικρινή μου πεποίθηση, ότι ο σεβασμός της αξιοπρέπειας και των δικαιωμάτων τους, η παραχώρηση σ΄ αυτούς ακόμη περισσοτέρων δικαιωμάτων για να νιώθουν μεγαλύτερη ασφάλεια,

 

 

 

 

 

η αναγνώριση και η ισοτιμία τους, η ισομερής πρόοδος και ευημερία τους, αποτελούν θεμελιακές προϋποθέσεις για την ειρήνη και την ομαλότητα στην Κύπρο. Γι΄ αυτό και θα αποτελούν μόνιμο στόχο της πολιτικής μας.

 

 

Εμείς δεν έχουμε ένσταση, αντίθετα υποστηρίζουμε τις προσδοκίες της Τουρκίας για καθορισμό σύντομης ημερομηνίας έναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Διότι μια Τουρκία που θα βρίσκεται στη διαδικασία ενταξιακών συνομιλιών, θα βρίσκεται κάτω από συνεχή πίεση, και δική μας, να αποδεικνύει συνεχώς ότι συμπεριφέρεται σύμφωνα με το ευρωπαϊκό κεκτημένο και αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Είμαστε πάντα έτοιμοι για μετάλλαξη του σημερινού Κράτους σε Ομοσπονδία που θα διέπεται καθοριστικά από δημοκρατικές αρχές και από πλήρη σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα.

Εγγύηση για την ειλικρίνεια αυτών των προσανατολισμών μας αποτελεί η ένταξή μας στο πολιτικό σύστημα και τις αρχές δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή η εγγύηση καλύπτει αξιόπιστα και τους Τουρκοκυπρίους και τις ανάγκες ασφάλειας της Τουρκίας.

Εκείνο που ζητώ από τους συμπατριώτες μας Τουρκοκύπριους να κατανοήσουν είναι ότι, όσο δεν δέχομαι να καταπατηθούν τα δικά τους δικαιώματα και συμφέροντα, άλλο τόσο οφείλω να υπερασπιστώ τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των Ελληνοκυπρίων.

Τις πιθανές συνέπειες από την απόρριψη του Σχεδίου, πρέπει να τις αντιπαραθέσουμε με τους κινδύνους που εμπερικλείει το Σχέδιο Ανάν όπως τους προανέφερα. Θα πρέπει ακόμη να μας προβληματίσει το τίμημα που καλούμαστε να πληρώσουμε με την αποδοχή ενός Σχεδίου που αδικεί τον Κυπριακό Ελληνισμό και δεν παρέχει σοβαρά εχέγγυα λειτουργικότητας και βιωσιμότητας. Καλούμαστε να καταλύσουμε την Κυπριακή Δημοκρατία, το μόνο έρεισμα ασφάλειας του λαού μας και εγγύηση της ιστορικής μας φυσιογνωμίας. Να καταλύσουμε την διεθνώς αναγνωρισμένη κρατική μας οντότητα ακριβώς στη στιγμή που ενισχύεται η διεθνής πολιτική της βαρύτητα, με την ένταξη της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οφείλουμε να εκτιμήσουμε με σοβαρότητα τους κινδύνους από μια πιθανή κατάρρευση της νέας κατάστασης πραγμάτων, γιατί τα δεδομένα που θα δημιουργηθούν δεν θα είναι αναστρέψιμα. Κατάρρευση του Ομόσπονδου Κράτους θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια σ΄ αυτό που όλοι θέλουμε να αποφύγουμε: στη διχοτόμηση μέσα από τη διεθνή αναγνώριση των δύο συνιστώντων Κρατών.

Ελληνικέ κυπριακέ λαέ,

Ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας και εκλεγμένος εκπρόσωπος της Ελληνοκυπριακής Κοινότητας, ανέλαβα τη βαριά ευθύνη της διεξαγωγής των διαπραγματεύσεων. Αισθάνομαι βαρύ το χρέος να δηλώσω δημόσια, με ειλικρίνεια και παρρησία τη δική μου αποτίμηση και τη δική μου απόφαση.

Ανέλαβα εξουσία, με εντολή όπως διαπραγματευθώ λύση του Κυπριακού προβλήματος βάσει του Σχεδίου Ανάν, όχι όμως και με εντολή να προσυπογράψω οποιαδήποτε λύση ήθελε προκύψει από τις διαπραγματεύσεις.
 

Εντολή συμμετοχής στη διακυβέρνηση της χώρας, βάσει του νέου Συντάγματος το οποίο θα προκύψει, δεν έχω, ούτε θα μπορούσε να μου είχε ανατεθεί τέτοια εντολή. Ούτε έχω εντολή να προσυπογράψω οποιοδήποτε νέο Σύνταγμα, το οποίο θα τεθεί προς κρίση από το λαό. Μόνο ο Πρόεδρος, στον οποίο ρητά παρέχεται εντολή να θέσει την προτεινόμενη μεταμόρφωση της Πολιτείας σε δημοψήφισμα, δικαιούται να προσυπογράψει το νέο Σύνταγμα, ως αντικείμενο κρίσης από το λαό. Πέραν τούτου, εντολή του λαού είναι απαραίτητη για την άσκηση της συμπροεδρίας στη διακυβέρνηση της χώρας με τους προτεινόμενους νέους θεσμούς.

Τα συναισθήματά μου δεν είναι διαφορετικά από τα δικά σας. Στην υπηρεσία σας έχω τάξει τον εαυτό μου και πριν αλλά ιδιαιτέρως από την ανάδειξή μου στην προεδρία της Κυπριακής Πολιτείας. Στόχος και γνώμονας της κάθε πράξης μου είναι το συμφέρον του λαού και τίποτε άλλο, με αφοσίωση και πλήρη ανάληψη των ευθυνών μου και με παρρησία λόγου και έργου. Η τελική απόφαση ήταν πάντα και παραμένει δική σας. Η ετυμηγορία σας θα εκφραστεί στο Δημοψήφισμα της 24ης του Απρίλη.

Συνεκτιμώντας όλα τα δεδομένα με ψυχραιμία και αντικειμενικότητα αλλά και με πλήρη συναίσθηση της ιστορικότητας των στιγμών και το βάρος της ευθύνης που μου αναλογεί, λυπούμαι ειλικρινά, γιατί δεν μπορώ να αποδεχθώ και να υπογράψω το Σχέδιο Ανάν όπως, τελικά, διαμορφώθηκε.
 

Παρέλαβα Κράτος διεθνώς αναγνωρισμένο. Δεν θα παραδώσω «Κοινότητα» χωρίς δικαίωμα λόγου διεθνώς και σε αναζήτηση κηδεμόνα. Και όλα αυτά έναντι κενών, παραπλανητικών, δήθεν, προσδοκιών. Έναντι της ανεδαφικής ψευδαίσθησης ότι η Τουρκία θα τηρήσει τις δεσμεύσεις της.
 

 

 

 

 

 

Συμπατριώτισσες, συμπατριώτες,

Στις 24 Απριλίου θα τοποθετηθείτε με ένα ΝΑΙ ή ένα ΟΧΙ στο σχέδιο Ανάν. Θα αποφασίσετε για το παρόν και το μέλλον της Κύπρου. Για τη γενιά μας, αλλά και τις γενιές που θα έρθουν μετά από εμάς.

Έχω εμπιστοσύνη στην κρίση σας.

Είμαι βέβαιος ότι δεν σας αγγίζουν ψεύτικα διλήμματα.

Ότι δεν σας τρομάζουν απειλές για δήθεν διεθνή απομόνωση.

Ότι δεν σας πείθουν τα περί δήθεν τελευταίας ευκαιρίας.

Είμαι βέβαιος ότι εξακολουθούν να έχουν για σας νόημα οι ηθικές αρχές και αξίες του λαού μας, του πολιτισμού και του εθνικού ιστορικού μας βίου, τον οποίο θέλετε να συνεχίσουμε με ασφάλεια, δικαιοσύνη, ελευθερία και ειρήνη.
Ελληνικέ κυπριακέ λαέ,

Στη ζυγαριά του ΝΑΙ και του ΟΧΙ, πολύ βαρύτερες και πολύ πιο επαχθείς θα είναι οι συνέπειες του ΝΑΙ.

Σε καλώ να απορρίψεις το Σχέδιο Ανάν.

Σε καλώ να πείς στις 24 του Απρίλη ένα δυνατό ΟΧΙ.

Σε καλώ να υπερασπιστείς το δίκαιο, την αξιοπρέπεια και την ιστορία σου.
 

Με αίσθημα ευθύνης απέναντι στην Ιστορία, στο παρόν και το μέλλον της Κύπρου και του λαού μας, σε καλώ να μην υποθηκεύσεις το μέλλον στην πολιτική βούληση της Τουρκίας. Να προασπιστείς την Κυπριακή Δημοκρατία, λέγοντας ΟΧΙ στη κατάλυσή της. Να συστρατευτείς για μια νέα πιο ελπιδοφόρα πορεία επανένωσης της πατρίδας μας μέσα από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Καλή Ανάσταση σε όλους!

 

 

   

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Συμφωνούμε. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος θα διαμορφώσει, ίσως οριστικά, το μέλλον της Κύπρου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Συμφωνούμε απόλυτα. Ιδιαίτερη, όμως, ευθύνη φέρει η ίδια η Κυβέρνηση.

 

 

 

 

 

 

 

 

Και πάλιν συμφωνούμεν.

 

 

 

Η υποχρέωση σεβασμού του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος πηγάζει από στοιχειώδεις δημοκρατικές αρχές.

 

 

 

 

 

Διαβάζοντας το διάγγελμα ο Πρόεδρος ήταν στο έπακρο συναισθηματικά φορτισμένος. Γι’ αυτό και τα περί «ανεπηρεάστου» από συναισθηματική φόρτιση δεν ήταν πειστικά.

 

 

 

Συμφωνούμε και πάλιν. Ναι, ο Πρόεδρος και δικαίωμα αλλά και χρέος είχε να μας πει τη θέση του. Να την εξηγήσει με πολιτικά λογικά επιχειρήματα. Γι’αυτό και έπρεπε να μιλήσει ήρεμα, χωρίς συναισθηματική φόρτιση και, προ παντός, να εξηγήσει αναλυτικά πώς και γιατί κατέληξε στα συγκεκριμένα συμπεράσματά του. Όπως, όμως, θα διαπιστώσουμε πιο κάτω, ο Πρόεδρος δεν επιχειρηματολόγησε. Δογμάτισε από καθέδρας.

 

 

 

 

 

 

 

 

Η πείρα μας διδάσκει ότι το περιεχόμενο των γνωμοδοτήσεων εξαρτάται από τον τρόπο διατυπώσεως των ερωτημάτων. Τα συγκεκριμένα ερωτήματα προς τον Πρόεδρο είναι: Τί ερωτήσατε; Ποιούς ρωτήσατε; Θα δημοσιεύσετε τώρα τις γνωμοδοτήσεις; Ποιές ήσαν οι εκτιμήσεις των Ελλαδικών κομμάτων; Ποιών ξένων Κυβερνήσεων τις εκτιμήσεις ελάβετε υπόψη;  Και ποιες ήσαν αυτές;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ναι. Όμως ο Πρόεδρος δεν αποκάλυψε, αλλά επιμελώς απόκρυψε από τον κυρίαρχο λαό τα πραγματικά του αισθήματα έναντι του Σχεδίου Ανάν. Πόσοι απ’ αυτούς, που τον ψήφισαν, θα τον ψήφιζαν αν γνώριζαν τα πραγματικά του αισθήματα και απόψεις έναντι του Σχεδίου Ανάν; Λησμόνησε ότι μετά την εκλογή του το διαπραγματεύθηκε; Λησμόνησε ότι το Σχέδιο 3 (26.2.2003) ήταν αποτέλεσμα και δικής του διαπραγμάτευσης; Δέχεται ο Πρόεδρος ότι το Σχέδιο 3 ήταν καλύτερο από το Σχέδιο 2, που υπήρχε προεκλογικά; Συμφωνεί ο Πρόεδρος ότι έγινε και άλλη διαπραγμάτευση με αποτέλεσμα το έγγραφο της 7.3.3003, που βελτίωνε το Σχέδιο περαιτέρω;

 

 

Μάλιστα. Ερώτημα: Νομίζει ο Πρόεδρος ότι με όσα είπε στο διάγγελμα πείθει ότι τίμησε την προεκλογική του υπόσχεση; Μετά τα όσα είπε, τί απέμεινε από την φιλοσοφία και τις βασικές θέσεις του Σχεδίου; Αν η απόφαση του Προέδρου ήταν να μην ανατρέψει ουσιώδεις και βασικές πρόνοιες του Σχεδίου ή τους συμβιβασμούς που είχαν συμφωνηθεί και αν τίμησε την υπόσχεσή του αυτή, τότε με ποιά λογική δεν συμβούλευσε το λαό να ψηφίσει ΝΑΙ; Είναι λογικό να πάμε για ΟΧΙ, απλώς γιατί δεν ικανοποιηθήκαμε σε σχέση με όλες τις εισηγήσεις μας, που δεν ανέτρεπαν «ουσιώδεις και βασικές πρόνοιες» του Σχεδίου; Που δεν ανέτρεπαν συμβιβασμούς οι οποίοι είχαν προηγηθεί; Ιδιαίτερα, όταν ο Πρόεδρος  παραδέχεται ότι το Σχέδιο 5 είναι καλύτερο από το Σχέδιο 3;

 

Υπενθυμίζουμε χωρίς σχόλιο ότι στις 17 Δεκεμβρίου 2003 ο Πρόεδρος ζήτησε με επιστολή του όπως ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών συγκαλέσει νέο κύκλο συνομιλιών, προκειμένου να λυθεί το Κυπριακό πριν από την 1η Μαϊου, 2004. Με γνώμονα τις απόψεις, που έχει για το Σχέδιο, ο Πρόεδρος έπρεπε να αποφύγει να υποβάλει τέτοια απαίτηση. Έπρεπε να γνωρίζει ότι με τέτοιες απόψεις δεν ήταν δυνατό να επιτευχθεί συμφωνημένη λύση. Γι’αυτό και έπρεπε να αποφύγει να μας φέρει στη δεινή θέση, που μας έφερε. Ή μήπως ο Πρόεδρος νόμιζε ότι θα επαναλαμβανόταν το σενάριο του ναυαγίου λόγω της αδιαλλαξίας Ντενκτάς; Λησμόνησε, άραγε, ο Πρόεδρος ότι η απαίτηση του Γενικού Γραμματέα για δημοψηφίσματα, ανεξάρτητα από συμφωνία των διαπραγματευτών, ήταν ήδη ενσωματωμένη στο Σχέδιο 3;

 

 

 

Επαναλαμβάνουμε ότι ο όρος για τον «διαιτητικό ρόλο» του Γενικού Γραμματέα ήταν ήδη ενσωματωμένος στο Σχέδιο 3. Ο πρόεδρος τον γνώριζε από το Φεβρουάριο του 2003.

 

 

 

Υποτίθεται ότι την πρόσκληση του Γενικού Γραμματέα την προκάλεσε η επιστολή της 17ης Δεκεμβρίου.

 

 

 

 

Δεν δεχθήκαμε έγκαιρα την αλλαγή. Πήγαμε στη Νέα Υόρκη δηλώνοντας ότι δεν θα δεχθούμε τον επιδιαιτητικό του ρόλο. Τον δεχθήκαμε υπό χειρότερους όρους, αφού προηγουμένως κατορθώσαμε να ψυχράνουμε τις σχέσεις μας με τον Γενικό Γραμματέα.

 

 

 

 

 

Μήπως οι  «μαξιμαλιστικές» προτάσεις θα αποτελούσαν παραβίαση των πιο πάνω προεκλογικών θέσεων του Προέδρου;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι βελτιώσεις στο Σχέδιο, τις οποίες ο Πρόεδρος επιμελώς απέφυγε  να αναφέρει, και αρκετές και σημαντικές ήσαν. Τις επεξηγούμε σε Κατάλογο, που επισυνάπτουμε στο έγγραφο αυτό. Οι πολίτες και νου και κρίση έχουν και μπορούν μόνοι να κρίνουν.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αν αυτό που έκαμε με το διάγγελμα ο Πρόεδρος δεν λέγεται «δαιμονοποίηση» τότε, πλέον, φαίνεται ότι η λέξη έχασε την πραγματική σημασία της.

 

 

 

Και πάλιν οι λέξεις χάνουν την σημασία τους. Εδώ όμως το θέμα είναι σοβαρότερο. Γιατί ο Γενικός Γραμματέας δεν αντιλήφθηκε ότι η λειτουργικότητα, που θέλαμε, περιελάμβανε π.χ. και το εδαφικό, ή την σμίκρυνση των χρονικών περιόδων ανάκτησης της περιουσίας. Με άλλα λόγια ο Γενικός Γραμματέας κατάλαβε αυτό που και εμείς εδώ φυσιολογικά καταλάβαμε ότι σήμαινε η λειτουργικότητα που είχαμε ζητήσει.

 

 

 

 

 

 

Ποιός κρίνει και τί σημασία έχει πλέον αν όλες οι απαιτήσεις μας ήσαν ή δεν ήσαν εντός των παραμέτρων του Σχεδίου. Με βάση το περιεχόμενο του διαγγέλματος το ερώτημα είναι: Όσα είπε ο Πρόεδρος και οι λόγοι που επικαλέσθηκε για το ΟΧΙ είναι εντός φιλοσοφίας και παραμέτρων του Σχεδίου; Ας κρίνουν ψύχραιμα οι αναγνώστες του κειμένου αυτού.

 

 

 

 

 

Συγκρίνοντας το Σχέδιο 5 με το Σχέδιο 3, ο ίδιος ο Πρόεδρος είπε ότι το Σχέδιο 5 είναι καλύτερο. Τί σημασία μπορεί να έχει αν έγιναν δεκτές και ποιές από τις απαιτήσεις της τουρκικής πλευράς; Το βασικό ερώτημα είναι: Ποιές από τις τουρκικές απαιτήσεις, που έγιναν δεκτές, ενοχλούν, σε βαθμό, που  δικαιολογούν την απόρριψη του Σχεδίου 5; Δεν δικαιούται να μάθει ο λαός;

 

 

Ναι, πραγματικά αυτό είναι το βασικό ερώτημα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αντί να προχωρήσει αμέσως με απάντηση του ερωτήματος, ο Πρόεδρος και πάλιν τονίζει ότι οι «ουσιαστικότερες των προτάσεών μας δεν έγιναν αποδεκτές». Επανέρχεται δε χωρίς κανένα επιχείρημα στον αρνητισμό, υποβαθμίζοντας, χωρίς να εξηγεί  γιατί, τις οποιεσδήποτε βελτιώσεις (ποιες, δεν είπε), μιλώντας αόριστα για «λειτουργικές δυσκολίες, περίπλοκες διαδικασίες και επικίνδυνες ασάφειες».

 

 

 

Όχι. Η λύση ισχύει μετά την κατάθεση της Διεθνούς Συνθήκης στα Ηνωμένα  Έθνη, σύμφωνα με το άρθρο 102 του Καταστατικού Χάρτη. Και αυτό θα γίνει μετά την συμπλήρωση των εσωτερικών διαδικασιών επικύρωσής της και από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις (βλ. Δήλωση De Soto στο Συμβούλιο Ασφαλείας).

Δυστυχώς, ο Πρόεδρος, παρά το ότι προκλήθηκε, δεν έδωσε στην δημοσιότητα την προς αυτόν επιστολή του Γενικού Γραμματέα σε σχέση με το θέμα της συμπλήρωσης των διαδικασιών επικύρωσης από τις εγγυήτριες δυνάμεις.

 

Όχι. Εντελώς λανθασμένη άποψη, που προφανώς οφείλεται σε λανθασμένη νομική συμβουλή. Το θέμα αυτό δεν είναι απ’ αυτά που επιδέχονται διαφορετικές ερμηνείες. Οι δύο συνιστώσες πολιτείες δημιουργούνται για πρώτη φορά από το Ομοσπονδιακό Σύνταγμα, που είναι ο Υπέρτατος Νόμος του κράτους. Δεν είναι οι κάτοχοι της «τουρκοκυπριακής υπηκοότητας» που γίνονται «νόμιμοι πολίτες της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης», αλλά:

Α) Οι πραγματικοί τουρκοκύπριοι, που ήδη είναι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κατέχουν ή δικαιούνται να ζητήσουν και να πάρουν Κυπριακά Διαβατήρια,

Β) Όσοι/ες νυμφεύθηκαν τουρκοκύπρια/τουρκοκύπριο και οι απόγονοί τους

Γ) Όσοι περιληφθούν σε Κατάλογο 45000 ατόμων.

Η εισήγηση της πλευράς μας ήταν οι 45000 να γίνουν 30000.

 

 Το καθεστώς των ισοτίμων «συμπροέδρων»  ισχύει για περίοδο 2 περίπου μηνών. Γιατί οι πρώτες Ομοσπονδιακές εκλογές θα γίνουν στις 13.6.2004. Όπως το ζήτησε η πλευρά μας.  Και το Πρώτο Προεδρικό Συμβούλιο θα εκλεγεί αμέσως μετά.

 

 

 

Το κύριο θέμα είναι η απόδοση των εδαφών, δηλαδή του τμήματος εκείνου του κατεχομένου τώρα εδάφους, που θα ανήκει στα όρια της ελληνοκυπριακής πολιτείας. Είναι αλήθεια ότι η πρόταση της πλευράς μας όπως το τμήμα αυτό περιέλθει στα Ηνωμένα Έθνη αμέσως δεν έγινε δεκτή. Αλλά επήλθαν οι εξής βελτιώσεις:

Α) Η περιοχή αυτή θεωρείται ως περιοχή της ελληνοκυπριακής πολιτείας.

Β) Τους τελευταίους 6 μήνες της κάθε φάσης παράδοσης, από την φάση 3 μέχρι την φάση 6, τα Ηνωμένα Έθνη αναλαμβάνουν, όχι απλώς αυξημένο ρόλο, αλλά και εδαφική ευθύνη (territorial responsibility) για την απόδοση των εδαφών.

 

Πέραν των πιο πάνω βελτιώσεων, πρέπει να υπενθυμίσουμε, όχι μόνο ότι η Τουρκία θα δεσμευθεί από νέα Διεθνή Συνθήκη, αλλά και ότι η λύση θα υιοθετηθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας.

 

Τέλος, η πολιτική εγγύηση εφαρμογής της λύσης είναι το γεγονός της πολιτικής πορείας της Τουρκίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

Πρόκειται για ηχηρή φράση, που μοναδικό στόχο έχει να τροφοδοτήσει με σύνθημα αυτούς, που, με άκριτη υπόθαλψη του ενστίκτου του φόβου, προσπαθούν να ματαιώσουν την λύση.

Για το θέμα αυτό δόθηκε πλήρης απάντηση πιο πάνω. Βλέπετε, όμως, ο Πρόεδρος δεν θεώρησε σημαντικό να αναφέρει τις πιο πάνω σχετικές με το θέμα αυτό βελτιώσεις, που επιτεύχθηκαν.

 

 

 

 

Πόσο πραγματικά εφικτό ήταν να καθορισθούν μικρότερα χρονοδιαγράμματα; Μήπως δεν υπάρχει θέμα αποδείξεως της ιδιότητας ιδιοκτήτη; Λησμονεί ο Πρόεδρος ότι πολλοί δεν έχουν τίτλους, αλλά μόνον πιστοποιητικά; Λησμονεί ο Πρόεδρος ότι τα βιβλία του Κτηματολογίου για τις κατεχόμενες περιοχές έχουν καταστραφεί; Η αλήθεια είναι:

Α)  Όσοι έχουν περιουσία στην περιοχή, που θα ανήκει στην ελληνοκυπριακή πολιτεία, την παίρνουν.

Β) Όσοι έχουν περιουσία στην περιοχή, που θα ανήκει στην τουρκοκυπριακή πολιτεία, παίρνουν:

α) Κατά κανόνα το 1/3 της περιουσίας.

β) Πλήρη αποζημίωση για τα υπόλοιπα 2/3, ή για ολόκληρη την περιουσία.

Στην πραγματικότητα οι ελληνοκύπριοι θα ανακτήσουν κατοχή του 75% περίπου των περιουσιών τους και αποζημίωση για το υπόλοιπο.

 

Περίπλοκη, ναι. Αλλά χωρίς σημαντικές ασάφειες (ασαφής μάλλον είναι η διατύπωση του Προέδρου). Και γιατί «δυσμενείς»;

 

Γιατί; Πόθεν προκύπτει η θέση αυτή; Και γιατί αυτός ο παθολογικός φόβος για την εγγύηση; Δεν αντιλαμβάνεται ο Πρόεδρος ότι η πραγματική εγγύηση είναι η αξία της γής, που θα περιέρχεται στο Συμβούλιο Περιουσιών, όταν το τελευταίο θα αποζημιώνει τον ιδιοκτήτη; Από πότε μηδενίζεται η αξία του υπόβαθρου της Υποθήκης στην Κύπρο;

 

 

 

 

 

Το δικαίωμα αυτό συνδέεται άμεσα με την ελευθερία διακίνησης, η οποία στο Σχέδιο 5 είναι απεριόριστη, (εξέλιξη που ο Πρόεδρος δεν έκρινε σκόπιμο να τονίσει, ή, έστω, να αναφέρει) αλλά και με την περιουσία που διατηρείται (1/3). Συνδέεται, βέβαια, και με το δικαίωμα αγοράς γης, που θα είναι περιορισμένο για 15 χρόνια.

 

 

 

 

 

Ο Πρόεδρος εννοεί το δικαίωμα αγοράς γης. Γιατί μόνον αυτό μπορεί να περιορισθεί. Δεν μπορεί, όμως, να περιορισθεί η χρήση της περιουσίας, που ανακτάται βάσει το Σχεδίου. Ούτε και το δικαίωμα κατοχής περιουσίας δυνάμει ενοικιάσεως.

 

 

 

Ας προσέξουμε: Συνδέοντας ο Πρόεδρος το θέμα των ποσοστώσεων  με το θέμα της ασφάλειας, εισάγει απαράδεκτη για τον σύγχρονο Ευρωπαϊκό πολιτισμό αντίληψη, ότι για ασφάλεια απαιτείται η ύπαρξη σημαντικού σε αριθμό ομοιογενούς πληθυσμού σε συγκεκριμένη πόλη, χωριό, ακόμα και γειτονιά!

 

Στην ουσία, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, αλλά και πρακτικοί, μετά το τέλος των χρονοδιαγραμμάτων (19 χρόνια) όλοι, όσοι θα επιθυμούν να επιστρέψουν, θα μπορούν να επιστρέψουν.

Το μόνο πολιτικό δικαίωμα, που στερούνται, όσοι Ελληνοκύπριοι εγκατασταθούν στην τουρκοκυπριακή πολιτεία και αποκτήσουν την εσωτερική της ιθαγένεια (πόσοι αλήθεια θα θελήσουν να την αποκτήσουν), είναι το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στη Γερουσία, ως εκπρόσωποι της τουρκοκυπριακής πολιτείας. Τέτοιο δικαίωμα ούτε σκεφθήκαμε (σκέφθηκαν τα τότε μέλη του Εθνικού Συμβουλίου, μεταξύ των οποίων και  ο κ. Τάσσος Παπαδόπουλος) να περιλάβουμε στις ομόφωνες αποφάσεις του Εθνικού και Υπουργικού Συμβουλίου του 1989. Ας λείπουν, λοιπόν, οι μεγαλοστομίες περί «κάθε δημοκρατικής αρχής». Οι συγκεκριμένοι συμπατριώτες μας θα έχουν δικαίωμα ψήφου στις εκλογές των Γερουσιαστών της ελληνοκυπριακής πολιτείας.

 

Δεν παραμένουν όλοι οι έποικοι. Παραμένουν 15000 περισσότεροι από όσους ζήτησε ο κ. Παπαδόπουλος με τις εισηγήσεις του. Οι υπόλοιποι φεύγουν. Ο Ομοσπονδιακός Νόμος περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, που μπαίνει σε ισχύ από την πρώτη μέρα της λύσης είναι σαφής.

Στο 5% ο κ. Παπαδόπουλος δεν απέδιδε μεγάλη σημασία. Αν απέδιδε, δεν έπρεπε να ξεσηκώσει θόρυβο για να φύγουν οι μόνιμες παρεκκλίσεις από το κεκτημένο, αφού η μόνη μόνιμη παρέκκλιση που υπήρχε ήταν αυτή. Όμως, λανθάνεται ο Πρόεδρος, όταν λέγει ότι η συνέχιση της διασφάλισης εξαρτάται από νόμο, που πιθανόν να μην μπορεί να ψηφισθεί. Λανθάνεται, γιατί προφανώς ουδείς τον πληροφόρησε ότι ο νόμος μπαίνει σε ισχύ από την πρώτη μέρα της λύσεως. (Ομοσπονδιακός Νόμος περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης). Ο νόμος αυτός δεν μπορεί να αλλάξει, αν δεν συγκατανεύσει η ελληνοκυπριακή πλειοψηφία της Κάτω Βουλής και 10 τουλάχιστον ελληνοκύπριοι Γερουσιαστές.

 

 

Τα εγγυητικά δικαιώματα δεν είναι διευρυμένα. Είναι ακριβώς τα ίδια με αυτά του 1960.

Οι εγγυήτριες δυνάμεις, ομού ή χωριστά, δεν είχαν ποτέ επεμβατικά δικαιώματα. Είναι πρωτοφανές και αξιοπερίεργο με πόση ευκολία ο Πρόεδρος εγκατέλειψε, μετά από 44 χρόνια, πάγια θέση όλων ανεξαίρετα των προκατόχων του, από του Μακαρίου μέχρι του Κληρίδη.

 

Το Σχέδιο 5 είναι και σ’ αυτό το σημείο καλύτερο από το Σχέδιο 3. Πότε επιτέλους θα δούμε την πρακτική όψη του θέματος της ασφάλειας; Από πότε από απόψεως ασφαλείας είναι καλύτερο να έχουμε  35.000 τούρκους στρατιώτες αντιπαρατασσόμενους με την σημερινή Εθνική Φρουρά, από το να έχουμε  6.000, με συγκεκριμένο οπλισμό, και 6.000 έλληνες στρατιώτες με ακριβώς τον ίδιο οπλισμό; 6.000 που μειώνονται σε 7 χρόνια αυτόματα σε 3.000 εκατέρωθεν; Και που μετά την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυτόματα θα μετατραπούν σε 650 τούρκους έναντι 950 ελλήνων;

Και γιατί ο Πρόεδρος παρέλειψε να αναφέρει την διττή αποδυνάμωση της Συνθήκης Εγγυήσεως με την παρεμβολή των Ηνωμένων Εθνών πριν από την ενεργοποίησή της, αλλά και προ παντός συνεπεία της ιδιότητας της Κύπρου ως μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως; 

 

Πρόκειται για γενικό απόφθεγμα. Η δημόσια συζήτηση, που έχει γίνει, κατέδειξε πόσο υπερβολικοί είναι οι φόβοι αυτοί. Στην ουσία οι κατά καιρούς εκφοβιστικές ειδήσεις σκοπό είχαν την δημιουργία απορριπτικού κλίματος για το Σχέδιο.

 

 

 

 

 

 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση καθ’ όλον το διάστημα των διαπραγματεύσεων έβαλε όρο ότι δεν θα αποδεχθεί λύση που συνεπάγεται Κύπρο η οποία να μην μιλά με μιά φωνή. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ικανοποιήθηκε ότι το Σχέδιο Ανάν εξασφαλίζει την προϋπόθεση αυτή. Μόνον ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος φαίνεται να υιοθετεί την αντίθετη άποψη.

 

Πρόκειται για κινδυνολογία. Πάντοτε ήταν γνωστό ότι θα χρειαζόντουσαν χρονοδιαγράμματα, προκειμένου το κεκτημένο να εφαρμοσθεί ομαλά στην κατεχόμενη τώρα περιοχή της Κύπρου.

 

 

 

 

 

 

Καταλύει την de facto διχοτόμηση. Πώς την εμβαθύνει, όταν από την πρώτη ημέρα της λύσεως κατοχυρώνει απεριόριστη την ελευθερία διακίνησης; Πώς την εμβαθύνει, όταν σε 2 χρόνια, όλοι όσοι την εποχή της εισβολής ήταν 33 ετών και άνω θα έχουν με τον/την σύζυγό τους απεριόριστο δικαίωμα επιστροφής; Πώς την διαιωνίζει; Με το τελικό 33%; Ή με τη διατήρηση του 1/3 των περιουσιών στην τουρκοκυπριακή πολιτεία; Ή με το απεριόριστο δικαίωμα αγοράς ακίνητης ιδιοκτησίας μετά από maximum 15 χρόνια; Ή με την απεριόριστη εφαρμογή από την πρώτη μέρα της λύσης όλων των άλλων κατοχυρωμένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, π.χ.  επενδύσεων,  εμπορίου κτλ.;

 

 

 

Ισχύει το αμέσως πιο πάνω σχόλιο.

 

 

 

 

 

 

Πώς, τελικά, επιβλήθηκε χωριστή οικονομία;

 

Γιατί δεν θα υπάρχει, όχι απλώς κοινή, αλλά μία νομισματική πολιτική; Αφού μία θα είναι η Κεντρική Τράπεζα. Και, μετά τον Δεκέμβριο 2004 (δηλαδή μετά από 7 μήνες) ένα θα είναι το νόμισμα. Η Κυπριακή Λίρα.

Και πόθεν συνάγεται ότι δεν θα επιτρέπονται επενδύσεις ελληνοκυπριακών επιχειρήσεων στην τουρκοκυπριακή πολιτεία;

Διαβεβαιώνουμε: Εξαιρέσει του δικαιώματος αγοράς γης (περιορισμένο για maximum 15 χρόνια)  όλα τα άλλα δικαιώματα σε σχέση με επενδύσεις είναι κατοχυρωμένα.

 

 

 

 

Πρόκειται για αυθαίρετο συμπέρασμα. Το μόνο, που αποδεικνύει είναι ότι ο Πρόεδρος υποκρίνεται, όταν λέγει ότι σκοπός του ήταν να πολιτευθεί εντός της φιλοσοφίας και των παραμέτρων του Σχεδίου. Είναι πέρα από έκδηλο, ότι ο συγκεκριμένος Πρόεδρος δεν είχε την πολιτική βούληση να διαπραγματευθεί προς εξεύρεση λύσης διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας, όπως προνοούν τα Περί Κύπρου ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας για την Κύπρο.

Το Σχέδιο Ανάν έχει τα σοβαρά αρνητικά του σημεία. Αλλά σίγουρα δεν διαιωνίζει τη διαίρεση. Οδηγεί στην επανένωση της πατρίδας μας.

Ποιοί επιτέλους πρέπει να φοβούνται ότι δεν θα εφαρμοσθούν αυτά που συμφωνούνται; Δεν αντιλάμβανεται ο Πρόεδρος ότι μιλώντας για «αμυδρή ελπίδα για εξέλιξη και βελτίωση μελλοντικά της λύσης» επαναλαμβάνει το σφάλμα μετά την Ζυρίχη, που κάποιοι την είχαν θεωρήσει απλώς εφαλτήριο για πάρα πέρα αγώνα;

Από πού και ως πού επιτυγχάνεται ο στόχος της «τουρκοκυπριακής πλευράς για δύο λαούς, με δύο κράτη που θα ζουν (sic) χωριστά»;

Υπάρχει ή δεν υπάρχει δυνατότητα αναμείξεως των κοινοτήτων στη Κύπρο; Παρέχεται ή όχι, τελικά, δυνατότητα ο αριθμός των ελληνοκυπρίων στην τουρκοκυπριακή πολιτεία να φθάσει το ½  των τουρκοκυπρίων; Παρέχεται ή όχι δυνατότητα σε τουρκοκυπρίους να εγκατασταθούν στην ελληνοκυπριακή πολιτεία;  

 

 

Διερωτώμαστε: Με τέτοιες αντιλήψεις, σε περίπτωση πραγματικής διαπραγμάτευσης, τί ήταν διατεθειμένος να «δώσει» ο συγκεκριμένος Πρόεδρος;

 

 

Ο ισχυρισμός είναι αόριστος. Θα σχολιάσουμε μόνο τα πιο κάτω παραδείγματα, που αναφέρει ο Πρόεδρος.

 

 

 

 

Φυσιολογικά δεν είναι ικανοποιημένος. Αλλά γιατί δεν αναφέρει και την αύξηση από 21 σε 33.3%;

 

Δεν μειώθηκαν. Αντίθετα αυξήθηκαν σημαντικά.

 

 

 

Πρόκειται και πάλιν για ισχυρισμό που δεν αντέχει στην κριτική, με βάση το υπόβαθρο συγκρίσεως μεταξύ του 3ου και 5ου Σχεδίου. Το Σχέδιο 4 είναι άσχετο.

 

 

 

 

Πρόκειται για γενικό συμπέρασμα, που δεν θεμελιώνεται με όσα πιο πάνω αναφέρει ο Πρόεδρος.

 

 

 

 

Το Σχέδιο 5 για τις περιουσίες δεν αποτελεί μέση λύση. Θέτει ως βάση την αρχή ότι οι ιδιοκτήτες του 74 εξακολουθούν να έχουν την ιδιοκτησία τους. Η πλειοψηφία των προσφύγων, αυτοί που θα εγκατασταθούν υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση, παίρνει τα περιουσιακά της δικαιώματα. Και όσοι είχαν περιουσίες στην περιοχή που τώρα θα γίνει τουρκοκυπριακή πολιτεία, θα πάρουν κατά κανόνα το 1/3 και πλήρη αποζημίωση για το υπόλοιπο.  Φαίνεται δε ότι στην πράξη δεν θα μπορέσει σημαντικός αριθμός εποίκων να διεκδικήσει περιουσιακά δικαιώματα. Είναι δε πλέον εντελώς κακόπιστος ο ισχυρισμός ότι θα πληρώσουμε εμείς τις αποζημιώσεις. Όσον αφορά τους πόρους του Ομοσπονδιακού κράτους, ναι είναι 11:1 (όχι 10:1), αλλά μόνο για τον πρώτο χρόνο. Είναι δε καιρός να αντιληφθούμε ότι οποιαδήποτε και αν είναι η λύση (αν ποτέ γίνει), αυτή θα είναι η συνεισφορά των τουρκοκυπρίων στον πρώτο χρόνο. Δεν φταίει η λύση γι’ αυτό. Φταίει η διαφορά στο βιοτικό επίπεδο.

 

 

 

 

 

 

Όχι. Ο περιορισμός αφορά μόνο την τουρκοκυπριακή πολιτεία.

 

 

Αυτό σημαίνει το ½ του τουρκοκυπριακού πληθυσμού, π.χ. αν οι τουρκοκύπριοι σε 19 χρόνια θα είναι 200.000, μέχρι 100.000 ελληνοκύπριοι θα μπορούν να εγκατασταθούν στην τουρκοκυπριακή πολιτεία. Είναι δυνατό να πιστεύει κάποιος σοβαρά ότι ο αριθμός αυτός θα εξαντληθεί;

 

 

Επιτέλους και ένα θετικό.

Προσθέτει, όμως, ο Πρόεδρος και την αρνητική πλευρά του θετικού.

 

 

 

Τα δικαιώματα προτεραιότητας του σημερινού χρήστη διατηρούνται πράγματι, αν έχει ανάλογη περιουσία στην ελληνοκυπριακή πολιτεία και ζητήσει να την παραχωρήσει. Οι ελληνοκυπριακές περιουσίες στην τουρκοκυπριακή πολιτεία σε σύγκριση με τις τουρκοκυπριακές περιουσίες στην ελληνοκυπριακή πολιτεία είναι 2 ½ : 1 και οι τουρκοκύπριοι, με περιουσία στην ελληνοκυπριακή πολιτεία, που τώρα διαμένουν σε περιοχή, που θα είναι  στα  όρια  της  τουρκοκυπριακής  πολιτείας είναι  25:75.

Η προσθήκη του κριτηρίου της αξίας γιατί ενοχλεί;

Και γιατί ο Πρόεδρος δεν τονίζει ότι η εξέλιξη αυτή είναι θετική, αφού ξεκάθαρα επαυξάνει τις περιουσίες των ελληνοκυπρίων που θα αποκατασταθούν;  

 

 

 

 

 

 

 

 

Ώστε δεν είναι οι προηγούμενοι άδικοι συμβιβασμοί, που ώθησαν τον Πρόεδρο να συμβουλεύσει το ΟΧΙ στο Σχέδιο. Αλλά τότε γιατί έδωσε τέτοια έμφαση σ’ αυτούς τους συμβιβασμούς; Μήπως για να δημιουργήσει το αναγκαίο ψυχολογικό υπόβαθρο για το ΟΧΙ;

 

 

 

 

Το Σχέδιο προτείνει πρωτότυπο και συνάμα παράξενο και ανορθόδοξο, αλλά πάντως αποτελεσματικό μηχανισμό επιλύσεως αδιεξόδων, το Ανώτατο Δικαστήριο. Τί έχει προτείνει προς αντικατάστασή του ο Πρόεδρος; Τίποτε.  Αν κάνουμε λάθος και έχει υποδείξει κάτι το συγκεκριμένο, ας μας διορθώσει.

Τα περί 50% με 50% δεν είναι ορθά. Η αναφορά εντάσσεται στην όλη δομή και στόχο του Προεδρικού διαγγέλματος προς ενίσχυση της προκατάληψης εναντίον του Σχεδίου.

 

 

 

Πρόκειται για πραγματικά εξωπραγματικό συμπέρασμα. Άνετα η πλευρά μας θα κατηγορηθεί για κακοπιστία.

 

 

 

Επαναλαμβάνουμε ότι το κράτος δεν διαλύεται, αλλά συνεχίζει με άλλο όνομα και άλλο πολίτευμα.

Τα σχόλιά μας για την επιστροφή εδαφών τα έχουμε ήδη κάμει.

Κατ΄ανάγκη η εφαρμογή των άλλων δικαιωμάτων (το θέμα αφορά και τα δικαιώματα Τουρκοκυπρίων) υπόκειται σε χρονοδιαγράμματα. Είναι νοητό να υπάρξει Σχέδιο λύσης, που να μην έχει χρονοδιαγράμματα; Και προ παντός: Αξίωσε η πλευρά μας κατάργηση των χρονοδιαγραμμάτων; Ή μήπως απλώς ζήτησε μείωσή τους;

Είναι δυνατό με τέτοια νοοτροπία να βρεθεί ποτέ λύση του κυπριακού στα πλαίσια των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας, που προνοούν για διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία;

 

 

 

 

Άρα, ο Πρόεδρος δεν πολιτεύθηκε, ούτε και μπορούσε να πολιτευθεί στα πλαίσια της φιλοσοφίας και των παραμέτρων του Σχεδίου του Γενικού Γραμματέα.

Τι, επιτέλους, έπρεπε να επιτευχθεί προκειμένου να διασκεδασθούν οι φόβοι του Προέδρου για τη  δυνατότητα του νέου κράτους (δεν είναι νέο) να εγκαθιδρυθεί και λειτουργήσει, να διαδραματίσει το σωστό του ρόλο στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως εποικοδομητικό μέλος και όχι ως ενοχλητικός συνεταίρος (αλήθεια αν το Σχέδιο θα μας καταστήσει ενοχλητικούς συνεταίρους, με ποιά λογική συνηγορούν υπέρ του η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και όλοι οι μελλοντικοί μας συνέταιροι;) και να έχει λόγο και ρόλο στα Ηνωμένα Έθνη;

Και προ παντός: Γιατί αυτή η πεποίθηση ότι οι τουρκοκύπριοι θα διαφωνούν σε όλα τα θέματα μαζί μας;

Η ΑΛΗΘΕΙΑ  ΕΙΝΑΙ  ΟΤΙ  ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ  ΓΙΑ ΝΕΚΡΑΝΑΣΤΑΣΗ  ΤΗΣ  ΝΟΟΤΡΟΠΙΑΣ  ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ  ΤΟΥ  ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΥ  ΤΗΣ  ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ  ΤΟΥ 1960. 

 

Και γιατί δεν μπορεί;

Και γιατί δεν αναφέρεται ο καθοριστικός ρόλος που θα διαδραματίζουν οι Κυβερνήσεις των συνιστωσών πολιτειών σχετικά με αυτά τα θέματα;

 

 

 

 

Α) Η επιστολή δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την μετατροπή της θεμελιακής (όχι ιδρυτικής) συμφωνίας σε Πρωτογενές Δίκαιο. Αυτό ήδη το ομολόγησε η Τουρκική Κυβέρνηση. Το γνωρίζουν και οι πρωτοετείς σπουδαστές του Ευρωπαϊκού Δικαίου.

Β) Η επιστολή δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να εμποδίζεται κύπριος πολίτης να διεκδικήσει τα ανθρώπινα δικαιώματά του. Η Ευρωπαϊκή Συνθήκη περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όχι μόνον θα εξακολουθήσει να ισχύει, αλλά αναβαθμίζεται και αποκτά συνταγματική ισχύ.

Ο κάθε κύπριος θα έχει δικαίωμα να καταφεύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στρασβούργου.

Γ) Σκοπός της Τουρκικής Απαίτησης να καταστεί η Θεμελιακή Συμφωνία πρωτογενές κεκτημένο ήταν για να μην υπάρχει κίνδυνος να έλθει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Κοινοτήτων (που εδρεύει στο Λουξεμβούργο) και ανατρέψει τις μόνιμες παρεκκλίσεις, που εμπεριέχει το Σχέδιο από το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο. ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΤΡΑΓΙΚΗ ΕΙΡΩΝΕΙΑ. Γιατί το Σχέδιο εμπεριέχει μόνο δύο παρεκκλίσεις: α) Αυτήν του 33 1/3 % (Αναφέραμε πιο πάνω την άποψή μας), και β) Αυτήν που μας προστατεύει στο διηνεκές από τον κίνδυνο αλλαγής της δημογραφικής συνθέσεως του πληθυσμού της Κύπρου. Αυτή είναι και η παρέκκλιση, η οποία έδωσε λαβή σε εσφαλμένο και δυσμενές για το Σχέδιο Προεδρικό σχόλιο, ότι δήθεν καταργήθηκε η μονιμότητά της!  Και  η  μεν  μονιμότητά  της  δεν καταργήθηκε. Αλλά  γιατί  αντιδρά  ο  Πρόεδρος στην  αναβάθμισή  της  σε  Πρωτογενές  Ευρωπαϊκό  κεκτημένο;  (Πράγμα που, δυστυχώς, δεν επιτυγχάνεται).

 

 

 

Πρόκειται για πολύ δυσάρεστη πρόνοια, που υπήρχε ήδη στο Σχέδιο. Στην Χάγη ο Πρόεδρος δεν έθεσε θέμα. Τώρα γιατί η τόσο απόλυτη άποψη; Στο κάτω-κάτω, αν το αίτημα είναι θεμελιωδώς αντίθετο με τα ανθρώπινα δικαιώματα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει δυνατότητα να αρνηθεί ικανοποίηση του αιτήματος. Αν πραγματικά θέλουμε λύση του κυπριακού, ας αντιληφθούμε επιτέλους ότι το ατομικό συμφέρον πρέπει να υποχωρεί κάποτε προ του γενικού. Η αντίληψη fiat justitia et pereat mundus (ας γίνει δικαιοσύνη και ας χαθεί ο κόσμος) δεν έχει θέση στον σύγχρονο κόσμο. Αν χαθεί ο κόσμος, χάνεται και η δικαιοσύνη. Αν σωθεί ο κόσμος, διατηρείται η ελπίδα στο τέλος να επικρατήσει η δικαιοσύνη.

 

 

Αν ο τρόπος που μελέτησε ο Πρόεδρος τις πιθανές επιπτώσεις από απόρριψη του Σχεδίου είναι ο ίδιος με τον τρόπο με τον οποίο μελέτησε τις επιπτώσεις της αποδοχής του, το γενικό μας συμπέρασμα είναι ότι οι απόψεις του Προέδρου για τις επιπτώσεις του ΟΧΙ είναι και δεν μπορεί παρά να είναι εξίσου λανθασμένες.

 

 

 

 

 

 

Ναι, κύριε Πρόεδρε, η Κυπριακή Δημοκρατία θα είναι πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά αυτό  δεν  είναι  επίπτωση  του  ΟΧΙ.

 Ουδείς είπε ότι είναι η τελευταία πρωτοβουλία λύσεως του κυπριακού. Η επόμενη, όμως, πρωτοβουλία, δεν θα έχει ως επίκεντρο την ενοποίηση της Κύπρου. Δεν είναι τυχαίο ότι η Κεντρική Επιτροπή του ΑΚΕΛ θεωρεί υπό τις περιστάσεις καταστροφικές τις συνέπειες ενός ΟΧΙ.

Η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας θα συνεχισθεί, μας λέγει ο Πρόεδρος. Άρα, επί Προεδρίας του η Κύπρος δεν έχει σκοπό να παρεμποδίσει με veto την έναρξη των διαπραγματεύσεων με την Τουρκία. Αν κάποιος έχει άγνοια των Ευρωπαϊκών δεδομένων, αυτός είναι ο Πρόεδρος. Επειδή μέχρι τώρα η πορεία της Τουρκίας δεν συνδέθηκε επίσημα με την λύση του Κυπριακού. Αλλά και επειδή η Ευρωπαϊκή Ένωση, που υιοθέτησε την συγκεκριμένη λύση και συνέβαλε στο να πεισθεί η Τουρκία να την δεχθεί, δεν θα έχει πολιτική δυνατότητα ή διάθεση να ζητήσει από την Τουρκία να δεχθεί στο μέλλον διαφορετική λύση από ότι τώρα.

 

Άρα υπάρχει κίνδυνος αναγνώρισης από χώρες που δεν έχουν «ειδική σημασία» για μας; Από πότε έχουμε καταληφθεί από τόση αλαζονεία, ώστε να περιφρονούμε τις συνέπειες αναγνώρισης από χώρες μέλη των Ηνωμένων Εθνών; Χώρες, στις ψήφους των οποίων στο παρελθόν βασιστήκαμε στα πλαίσια των Ηνωμένων Εθνών;

Πλήρης υποτίμηση του κινδύνου απομόνωσης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Την απομόνωση γνώρισε στο παρελθόν η Ελλάδα.Αλλά εκείνη έγκαιρα διείδε πόσο ζημιογόνο ήταν αυτό για τα συμφέροντά της και άλλαξε πολιτική. Όχι μόνο οι σχέσεις μας με τους 23 μελλοντικούς μας εταίρους στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα τραυματισθούν, αλλά θα συμπαρασύρουμε στον κατήφορο και την Ελλάδα. Προς όφελος ποίου;  Της  Τουρκίας.

 

Και  ποιάν αξιοπιστία θα εμπνέουμε πλέον, όταν με τόσο πάθος ο Πρόεδρος καταρράκωσε το αποτέλεσμα της πιο μακράς και πιο σοβαρής προσπάθειας, που έκαμε ποτέ για λύση του Κυπριακού ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών , το Συμβούλιο Ασφαλείας, ο Γενικός Γραμματέας, με την ενεργό συμπαράσταση και στήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής;

 

 

 

 

Ποιά όμως είναι τα συγκεκριμένα δικαιώματά τους, τα οποία ο Πρόεδρος δεν προσπάθησε να φαλκιδεύσει;

 

 

 

 

Η παραχώρηση σ’ αυτούς περισσοτέρων δικαιωμάτων(!) λέγει ο Πρόεδρος. Ποίων συγκεκριμένων δικαιωμάτων; Περισσοτέρων απ’ αυτά που τους δίδει το Σχέδιο; Τότε προς τί όσα περί δικαιωμάτων είπε στα πλαίσια του διαγγέλματος πιο πάνω ο Πρόεδρος;

 

 

Φαίνεται ότι άλλη χείρα έγραψε το απόσπασμα αυτό από εκείνη που έγραψε τα πιο πάνω αποσπάσματα, με τα οποία ο Πρόεδρος μας έλεγε ότι συνεπεία της ισοτιμίας, το κράτος δεν θα είναι λειτουργικό(!). Ή απ’ αυτήν που έγραψε το απόσπασμα ότι τα οικονομικά βάρη θα φέρουν οι ελληνοκύπριοι.

 

Μάλιστα! Να υποστηρίξουμε, λοιπόν, την Τουρκία(!) να πάρει ημερομηνία ενάρξεως ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Με άλλα λόγια θα συμβάλουμε και μεις (την ανάγκη, ίσως, φιλοτιμία ποιούμενοι) στον επερχόμενο Τουρκικό θρίαμβο. Και νομίζουμε, οι αφελείς, ότι η Κύπρος θα μπορεί να χρησιμοποιεί το πρόβλημά της για να υπαγορεύει τους όρους της Τουρκικής πορείας! Η προδιδομένη από τις ανεδαφικές αυτές αντιλήψεις άγνοια, δεν μπορεί παρά να προκαλεί θλιβερές σκέψεις για το μέλλον της Κύπρου.

 

Η ουσία είναι μία: Δεν υπάρχει σοβαρή τουρκοκυπριακή πολιτική δύναμη που να μην έχει αισθανθεί απογοήτευση από όσα είπε ο Πρόεδρος. Οι τουρκοκύπριοι πολιτικοί αντίπαλοι του Ντενκτάς διαδήλωσαν και διακινδύνευσαν πολλά διαδηλώνοντας υπέρ του Σχεδίου 3. Εξακολουθούν και δέχονται, παρά τις αλλαγές που έγιναν, το Σχέδιο 5.  Απορρίπτουν, όμως, τις θέσεις του Προέδρου.

 

 

Ποίον πείθουμε πλέον; Ιδιαίτερα μετά το σχολιαζόμενο εδώ Προεδρικό διάγγελμα;

 

 

 

Πρόκειται για μη πειστικό βερπαλισμό. Η πολιτική βούληση της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι δεδομένη: Έχει ενσυνείδητα υιοθετήσει το Σχέδιο και επιθυμεί και εύχεται να το δεχθούμε.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στην ουσία, αφού ο Πρόεδρος υιοθέτησε την αφελή θέση ότι το ΟΧΙ στο Σχέδιο δεν θα έχει οποιαδήποτε συνέπεια, δεν έχει να αντιπαραθέσει τίποτε έναντι των, κατά τον Πρόεδρο, δυσμενών συνεπειών του ΝΑΙ. Στην απέναντι παράγραφο ο Πρόεδρος δεν προσθέτει επιχειρήματα. Επαναλαμβάνει τις απόψεις του κατά τρόπο δραματικό. Υιοθετούμε και επαναλαμβάνουμε και μεις τα πιο πάνω σχόλιά μας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Με τις απόψεις, όμως, που ο Πρόεδρος στα πλαίσια του διαγγέλματός του εξέφρασε σε σχέση με την φιλοσοφία, την ουσία και πλείστες παραμέτρους του Σχεδίου, ο Πρόεδρος δεν μπορεί πλέον να πείσει ότι καλόπιστα διαπραγματεύθηκε  με βάση το Σχέδιο. Αυτή θα είναι και η πολιτική τραγωδία της Κύπρου και του μέλλοντός της.

 

Προσθήκη, υπό την κάλυψη αορίστων αρχών και με άγνοια τί σημαίνει συντακτική εξουσία, ακόμα ενός όρου, που θα δυσχεράνει ακόμα περισσότερο την λύση του κυπριακού. Δηλαδή, αν το Σχέδιο διαμορφωνόταν στην ουσία του όπως υποτίθεται ότι θέλει ο Πρόεδρος, και πάλιν το κυπριακό δεν θα μπορούσε να λυθεί λόγω μη εντολής;(!) για συμπροεδρία δύο μηνών περίπου;

 

Αλλά, αν ο λαός εγκρίνει το Σχέδιο, δεν εγκρίνει ταυτόχρονα και την συμπροεδρία, που είναι τμήμα του Σχεδίου;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Συνεκτιμώντας και μεις με την σειρά μας όλα τα δεδομένα με ψυχραιμία και αντικειμενικότητα, αλλά και με πλήρη συναίσθηση της ιστορικότητας των στιγμών και το βάρος της ευθύνης που μας αναλογεί (οπωσδήποτε μικρότερης απ’ αυτήν του Προέδρου), συμβουλεύουμε τα μέλη της ελληνικής κοινότητας της Κύπρου να αποδεχθούν το Σχέδιο Ανάν όπως, τελικά, διαμορφώθηκε.

 

Πρόκειται για ηχηρή λαϊκίστικη προσέγγιση. Δυστυχώς, κάποιος που θα πάρει στα σοβαρά την φράση αυτή, δεν μπορεί παρά να συμπεράνει:

Α) Ο Πρόεδρος δεν αντιλαμβάνεται τί σημαίνει Ομοσπονδία, που πιο πάνω διαβεβαίωσε ότι αποδέχεται!

Β) Ο Πρόεδρος δεν αντιλαμβάνεται ότι η ελληνοκυπριακή πολιτεία δεν είναι η συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Γ) Ο Πρόεδρος λησμονεί ότι ήταν θέση ελληνοκυπριακή ότι οι συνιστώσες πολιτείες δεν πρέπει να έχουν διεθνή προσωπικότητα!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ποιά;

 

 

Γιατί δήθεν;

 

 

Γιατί δήθεν; Πόσες φορές πρέπει να πληρώσουμε την αδυναμία της πολιτικής μας ηγεσίας να αντιληφθεί ότι επήλθε η ώρα της λύσης;

Από πού και ως πού οι ηθικές αρχές και αξίες του λαού μας, του πολιτισμού και του εθνικού ιστορικού μας βίου, τον οποίο θέλουμε να συνεχίσουμε με ασφάλεια, δικαιοσύνη, ελευθερία και ειρήνη αντιμάχονται την προτεινομένη λύση;

 

 

 

Στη ζυγαριά του ΝΑΙ και του ΟΧΙ, πολύ βαρύτερες και πολύ πιο επαχθείς θα είναι οι συνέπειες του ΟΧΙ.

Σας καλούμε να μην απορρίψετε το Σχέδιο Ανάν.

Σας καλούμε  να πείτε στις 24 του Απρίλη  ΝΑΙ.

Σας καλούμεν να υπερασπιστείτε τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της μαρτυρικής μας πατρίδας.Αυτό υπαγορεύει το δίκαιο, η αξιοπρέπεια και η ιστορία μας.

Με αίσθημα ευθύνης απέναντι στην Ιστορία, στο παρόν και το μέλλον της Κύπρου και του λαού μας, σας καλούμε να μην υποθηκεύσετε το μέλλον σε ευσεβοποθισμούς. Να προασπιστείτε  την Κυπριακή Δημοκρατία, λέγοντας ΝΑΙ  στη απαλλαγή της από την 30ετή τουρκική κατοχή. Να συστρατευτούμε για μια νέα  ελπιδοφόρα προοπτική επανενωμένης Κύπρου μέσα από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

   

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: