Skip to content

Όπου το πρωτόκολλο γίνεται κύκλος – φαύλος κύκλος.

Νοέμβριος 27, 2012

Ο Αραφάτ επιστρέφει στον τάφο λέει η είδηση.

Πριν λίγες μέρες έκανε την ίδια επιστροφή και ο Τουρκούτ  Οζάλ.

Ψάχνουν να βρουν αν τους ψάτζιεψαν λέει. Ε, και αν το βρουν; Θα ζητήσει πίσω τα ριάλια η ασφάλεια που κάλυψε «φυσικό» θάνατο;

Ή μήπως θα κάνουν την ιστορία να παει πίσω για να βρουν πως θα κυλούσε αν τα πράγματα ήταν άλλωσπως…

Κύριε (λέμε τώρα),  ελέησον!

Νόμιζα πως η περίπτωση του Τάσσου ηταν η μοναδική – και για το συμβάν, αλλά και για τους λόγους…

Σε αυτές τις λίγες «πολιτικές»  γραμμές να αναφέρω και το απίστευτο: καταγγέλλεται για επικίνδυνο λαϊκισμό το παλιόπαιδο ο  Γιώργος Λιλλήκκας. Ορθώς! Έτσι είναι, αυτός είναι! Αλλά όχι να τον κατηγορεί για αυτό του το χαρακτηριστικό ο κατ΄ εξοχήν πρωταθλητής του λαϊκισμού στον ΔΗΣΥ, ο Λευτέρης Χριστοφόρου!!!

…………………………………………

Από τα ελάχιστα πράγματα που μου δίνουν πλέον χαρά, άκοπη, απέραντη και ανεπιτήδευτη   χαρά: η κόρη μου στο τηλέφωνο.

–          Παπάααααα, θα έρθεις σπίτι νωρίς;

–          Γιατί άγγελέ μου;

–          Υποσχέθηκες να μας ανάψεις το τζάκι!

–          Α, μάλιστα! Έχεις δίκιο καλή μου,  θα έρθω.

Σχόλασα πέντε ολόκληρα λεπτά νωρίτερα! Γλύτωσα και την κίνηση.

Το τζάκι μπορεί να είναι πολυτέλεια, είναι και ξιμαρισιά, αλλά σημειώστε αυτό: στο καλά μονωμένο σπίτι μας, καλύπτει άνετα όλες μας τις ανάγκες σε θέρμανση τις ήπιες νύχτες του χειμώνα, φτάνει να είναι ο υπεύθυνος για τη φωτιά αρκετά υπεύθυνος να τη διατηρεί όσο χρειάζεται.

Τέλος του Νιόβρη, και δεν ανάψαμε ακόμη θέρμανση!  Μηδέν κόστος πετρελαίου, ρεύμα λιγότερο από πέρσι, και ακούστε αυτό: ο Δεκέμβρης μπαίνει με «ζέστες».

Τα νερά ηταν καλά μέχρι τώρα, η θερμοκρασία σταθερά πάνω από την κανονική, ε, τι άλλο να θέλει το πλάσμα;

Έλα ντε…

Τι άλλο να θέλει;

…………………………………………….

Ας πούμε λιγότερες ερωτήσεις;

Κι ανάγκη για λιγότερες απαντήσεις;

Απόλυτα εγωιστικές ανάγκες σε καιρούς κρίσης.

Πιέζομαι στη δουλειά. Είμαι δηλαδή από τους τυχερούς.

Αντί όμως να νοιώθω ευγνωμοσύνη, ώρες ώρες νοιώθω παράξενα: θα προτιμούσα αντί να έχω πίεση και ανάγκη υπευθυνότητας, θα ήθελα να έχω μπροστά μου ένα βουνό έγγραφα, και δέκα φαιλς. Και να έπρεπε απλώς να αρχειοθετήσω τα έγγραφα, να τα τοποθετήσω στα φαιλς, και μετά πάλι να τα βγάλω, να τα ανακατέψω, να τα ξαναβάλω, και ούτω καθ’ εξής. Να κάνω κάτι που είναι μη – κάτι, μη – δουλειά, μη – πράξη, μη – ευθύνη.

Να υπάρξω απαρατήρητος, να ξυπνήσω ένα πρωί από τις 4, ή στις 11 και να μη ρωτήσει κανείς για μένα.

Ούτε που βρίσκομαι, ούτε γιατί, ούτε πότε, ούτε πως.

Να πάρω ένα δρόμο, χωματόδρομο, με επικίνδυνες τσιακκίλες μέσα στη μέση, μακρινό, χωρίς ταμπέλες, χωρίς πυξίδα, με σκοτεινό ουρανό, χωρίς φώτα, χωρίς θέα.

Ε, που θα παει – θα καθυστερήσω λίγο να βρω το αναπόφευκτο νερό!

………………………

Είχα την ανάγκη να κατανοήσω καλά την έννοια της λέξης «πρωτόκολλο» όταν έφευγε η μάνα μου από καρκίνο. Έχει περάσει φυσικά τόσος καιρός, που σίγουρα άλλα «πρωτόκολλα» ισχύουν πλέον.

Θυμάμαι τότε που κουβεντιάζαμε με το γιατρό. Μα γιατρέ, αφού κάναμε τη θεραπεία, αλλά εσύ ο ίδιος λες πως δεν δούλεψε, να δοκιμάσουμε κάτι άλλο;

–          Δε γίνεται απαντούσε εμφαντικά. Πρέπει να πάμε άλλο ένα βήμα στο πρωτόκολλο – στο πρωτόκολλο(!) να δούμε αν μειώσουμε λίγο τους όγκους.

Από τότε οι όγκοι μεγάλωσαν, έλιωσαν τα πάντα σε εκείνο το κορμί, και τελικά επέστρεψαν με τα υπόλοιπα απομεινάρια της μάνας,  εις τα εξ ων συνετέθησαν, και λίπαναν πολλές γενιές αγριόχορτων και θάμνων στο κοιμητήριο.

Το πρωτόκολλο όμως ανιχνεύεται τώρα άλλωσπως, καταλυτικά, με τρόπο απόλυτο, πλήρη και αδιάλλακτο. Η οργανωμένη ζωή, η προγραμματισμένη ζωή, η δεδομένη ζωή, (ή τα ούτω καλούμενα αυτά χαρακτηριστικά), μαζί με τα ίδια  πλάσματα που σε παίρνουν μαζί τους, αναγκαστικά σε παίρνουν μαζί, μέχρι το επόμενο βήμα, μέχρι την επόμενη στάση.

Που ξαφνικά σου θυμίζει την προηγούμενη. Και την άλλη, πιο πίσω. Και ξάφνου, οι στάσεις δεν  βρίσκονται σε ευθεία.  Σε κύκλο βρίσκονται, φαύλο – που με πολύ – και άρα αντιφατικό – ενδιαφέρον μαθαίνω πως ιστορικά πάει πολύ πίσω, σε ευθεία γραμμή, μέχρι τον Αριστοτέλη.

Εγώ πάω πολύ λίγο πίσω. Σε ένα φιλμ της δεκαετίας του 80, που αναφέρω για τρίτη φορά νομίζω σε αυτό το ιστολόγιο.

Paris, Texas.

«All he wanted to do was sleep. For the first time he wished he were far away, lost in the deep, vast country where nobody knew him. Somewhere without language or streets.»

Αποδεικνύοντας νομίζω, πως μόνο η πάροδος του χρόνου, δε σε κάνει πιο μεγάλο.

Man : I knew these people, these two people. They were in love with each other. The girl was very young, about 17 or 18 I guess and the guy was quite a bit older. He was kind of rugged and wild. And she was very beautiful , you know. And together they turned everything into a kind of an adventure. And she liked that. Just an ordinary trip down the grocery store was full of adventure . They were always laughing at stupid things. They liked making love and they didn’t much care for anything else because all they wanted to do was be with each other. They were always together and he, he loved her more than he ever felt possible. He couldn’t stand being away from her (ah) during the day when he went to work. So he’d quit just to be home with her. Then he got another job when the money ran out.

And then he quit again. But pretty soon she started to worry.

Woman : About what?

Man : Money I guess. Not having enough. Not knowing when the next cheque was coming in.

Woman : Yea. I know that feeling.

Man : So he started to get kind of torn inside.

Woman: How do you mean?

Man: Well he knew he had to work to support her, but he couldn’t stand being away from her either.

Woman : Lassie!

Man : And the more he was away from her , the crazier he got. Except now he got really crazy. He started imagining all kinds of things.

Woman: Like what?

Man: He started thinking that she was seeing other men on the sly. He’d come home from work and accuse her of spending the day with somebody else. He’d yell at her and break things in the trailer.

Woman : The trailer…….

Man: Yes, they’d lived in a trailer home. Anyway, he started to drink real bad and he’d stay out late to test her to see if she’d get jealous. He wanted her to get jealous. But she didn’t. She just worried about him. But that got him even madder. He thought if she’d never be jealous of him that she didn’t really care about him. Jealousy was a sign of her love for him. And then one night, one night she told him that she was pregnant. She was about three or four months pregnant. And he didn’t even know. And then suddenly everything changed. He stopped drinking, got a steady job. He was convinced that she loved him now because she was carrying his child and he was going to dedicate himself to making a home for her. But the funny thing started to happen. He didn’t even know to set it first. She started to change. But the day the baby was born she began to get irritated with everything around her. She got mad at everything. Even the baby seemed to be an injustice to her. He kept trying to make everything all right for her. Buy her things, take her out to dinner once a week. But nothing seemed to satisfy her. About two years he struggled to pull them back together like they were when they first met. But finally he knew that it was never gonna work out. So he hit the bottle again. But this time it got mean. This time when he came out late at night, she wasn’t worried about him, nor jealous.

She was just enraged. She accused him of holding her captive by making her have a baby. She told him that she dreamed about escaping. That was all she dreamed about: escape. She saw herself at night running naked down a highway; running across fields; running down river beds; always running and always just when she was about to get away, he’d be there. He would stop her somehow. He would just appear and stop her. And when she told him these dreams, he believed them. He knew she had to be stopped when she’d leave him forever. So he tied a cow bell to her ankle so he could hear at night if she tried to get out of bed. But she learnt how to muffle the bell by stuffing her sock into it and inching her way out of the bed and into the night. He caught her one night when the sock fell out and he heard her trying to run off the highway. Caught her and dragged her back to the trailer and tied her to the stool with his belt. He just left her there, went back to bed and lay there listening to her scream. Then hae listened to his son scream and he was surprised at himself because he didn’t feel anything anymore. All he wanted to do was sleep. For the first time he wished he were far away, lost in the deep, vast country where nobody knew him. Somewhere without language or streets. And he dreamed about this place without knowing its name. And when he woke up he was on fire. There were blue flames burning the sheets of his bed, and he ran through the flames toward the only two people he loved. But they were gone. His arms were burning and he threw himself outside and rolled on the wet ground. Then he ran. He never looked back at the fire. He just ran. He ran until the sun came up and he couldn’t run any further. And when the sun went down, he ran again. For five days he ran like this until every sign of man had disappeared.

Advertisements
3 Σχόλια leave one →
  1. Νοέμβριος 27, 2012 21:48

    Reblogged this on ΝΕΑ ΧΩΡΙΣ ΦΙΛΤΡΟ ΦΕΛΛΟΥ.

    Μου αρέσει!

  2. Νοέμβριος 27, 2012 22:23

    Reblogged this on ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ.

    Μου αρέσει!

  3. Ανώνυμος permalink
    Νοέμβριος 29, 2012 19:22

    Φίλε μου δεν εισαι καλά! Να είσαι δυνατός να τα καταφέρεις.

    Μια παλιά φίλη 🙂

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: