Skip to content

Ροζ ομπρέλα.

Δεκέμβριος 3, 2012

IMG_8501

Εκείνο που του την έσπασε τελεσίδικα, ήταν μια στροφή δεξιά.  Κανείς δεν του έδινε προτεραιότητα, ήταν φυσικά και ώρα κίνησης. Όταν επιτέλους κατάφερε να δει άνοιγμα, πάλαρε το σαραβαλάκι του, αλλά αυτό κλώτσησε!  Έκανε δυο βήματα , και έμεινε στη μέση! Πανικόβλητος, προσπάθησε να το ξεκινήσει, αλλά αυτό αρνιόταν. Μια φορά, δυο φορές, τίποτα! Άρχισαν να παίζουν πουρού οι ερχόμενοι από δεξιά, αλλά και οι ερχόμενοι από αριστερά, που πρακτικά μπορούσαν να προχωρούσαν – αν ήθελαν.

Τελικά ξεκίνησε, κούτσαλα –  κούτσαλα προχώρησε, και συνέχισε το δρομολόγιό του.

Μια μέρα κακή. Είχε αρχίσει από νωρίς κακά. Οι σιοφέρηδες των τραίνων απεργούσαν λέει, και εκτός των άλλων χιλίων πραγμάτων που έπρεπε να κάνει κάθε πρωί, όφειλε εκείνη τη μέρα να κουβαλήσει την επόμενη αλλά και την προηγούμενη γενιά στους διάφορους προορισμούς τους. Και ο χρόνος ήταν ήδη λίγος.

Όταν ηρέμησε το σαραβαλάκι, ηρέμησε και εκείνος, και εδέησε να κοιτάξει το ρολόι του. Ήταν μεσημέρι. Το ρολόι επιβεβαίωσε το στομάχι του. Κατευθύνθηκε στην παλιά πόλη.

Μόλις βρήκε άδειο χώρο, έστω και μολυσμένο με τα απομεινάρια από την οικοδομή που κάποτε υπήρχε εκεί, ξαπόλησε το σαραβαλάκι.

Βγήκε έξω και κοίταξε ψηλά.

Ο ουράνιος θόλος ήταν συννεφιασμένος. Έπεφταν σκόρπιες εκνευριστικές σταγόνες. Είχε ακούσει το δελτίο καιρού στις 6 το πρωί, κάτι είπαν για αέρηδες, για καταιγίδες, φόρεσε διπλή στρώση εσώρουχα. Τωρα όμως ένοιωθε ζέστη. Φυσούσε, και σύγκοψε πως φυσούσε από το νοτιά. Και στοίβαζε κάποια περίεργα νέφη, που φαίνονταν μεν φοιτσιάρικα, αλλά ηταν σκυλιά που γαύγιζαν. Δεν ξαπολούσαν το νερό. Παρ’ όλα ταύτα αποφάσισε να πάρει μαζί του μια ομπρέλα που είχε ξεκόψει στο σαραβαλάκι. Μια ροζ ομπρέλα του παλιού τύπου, με χέρι σαν μπαστούνι και μύτη σουβλερή σαν ξιφολόγχη.

Ένοιωθε μάλλον αμήχανα που την κουβαλούσε, και έτσι προσπαθούσε να την κρατεί με τρόπο που να μην πολλοφαίνεται.

Στην παλιά πόλη τα χαρακτηριστικά ηταν παλιά, και παρακμιακά. Οι άνθρωποι κουρασμένοι και χωρίς λάμψη στο πρόσωπο τους. Έκαναν διαχείριση. Δεν φιλοδοξούσαν.

Πήγε στον Κώστα, τον σουβλιτζιή. Συνήθως πήγαινε στης Κούλλας, όπου έτρωγε τα όσπριά του.

Σήμερα όμως ήθελε κάτι πιο σκληρό.

Ήθελε κρέας.

–          Νηστεύετε τον ρωτά ευγενικά το αλλοδαπό γκαρσόνι;

–          Όχι!  Φέρε μου μιαν μιξ, έξτρα μιξ!

Τα κρομμύθκια ήταν έξτρα, το ίδιο τα ξιδάτα.

Ο Κώστας τον ρώτησε αν ήθελε να πιει κάτι. Αρνήθηκε. Ούτε επιθυμούσε, ούτε κρατούσε.

Είχε κάποιο περίεργο σταθμό σήμερα στο ράδιο του Κώστα. Αντί Χατζηγιαννικές μαλακιούλες που άκουγε όποτε ερχόταν, σήμερα είχε άλλο πρόγραμμα. Τα αυτιά του έπιασαν ένα πολύ παράξενο τραγούδι: «Πας φιρί φιρί γυρεύοντας…» Και μετά «Στα δελτία των ειδήσεων, θα με γράψουν σαν σε σφάξω…»

Μα, τι γίνεται δαμαί;

Όταν τέλειωσε ο λαιμός του έκαιγε. Ούτε καφέ δεν ήθελε να πιει.

Κατ’ ακρίβεια ήθελε καμιά μπύρα να τσιλλήσει τα μιξ, τα πιπέρκα,  και τους κρόμμυδους, αλλά έμεινε με την ιδέα.

Πλήρωσε, και βγήκε έξω.

Οι εκνευριστικές σταγόνες συνεχίζονταν. Είπε να κινηθεί από τον μακρύτερο δρόμο, που τον έπαιρνε από το κέντρο της παλιάς πόλης. Εκεί η ζωή συνεχιζόταν, μεσημέρι ή όχι, τα μαγαζιά ηταν ανοιχτά, οι πελάτες διάλεγαν, οι έμποροι διαβουλεύονταν.

«Δεν έχω πιο μικρό» άκουσε έναν πλασιέ να λέει στον μπακάλη. «Μόνο πενηντάλιτρο». Για κλάσματα δευτερολέπτου σκέφτηκε, τι στο καλό ήταν αυτό το πενηντάλιτρο που θα μπορούσε να πωλήσει ένα μπακάλικο;

Η ματιά του όμως έπεσε απροσδόκητα στον απέναντι τοίχο στο μπακάλικο, όπου στοιβάζονταν τα ποτά και οι μπύρες.

Και εκείνη τη στιγμή έσπασε κάτι. Ένοιωσε μια ανεξέλεγκτη επιθυμία να γεμίσει αυτή τη μέρα.

Ήθελε να κάνει κάτι κακό. Άνοιξε το βήμα του και μπήκε με βία στο μπακάλικο. Με το μπαστούνι της ομπρέλας τράβηξε ένα μπουκάλι ουίσκι από το ψηλό ράφι. €9.99 έγραφε. 9.99 ευρώ έγιναν θρύψαλα στο πάτωμα το επόμενο δευτερόλεπτο.

Η έκρηξη όμως του έδωσε φτερά. Με πολλή προσοχή μάζεψε τη δεύτερη πότσα που έπεσε από το ράφι. Άλλες δυο έγιναν επίσης θρύψαλα.

Ο μπακάλης αλλά και ο πλασιέ είχαν μείνει με το στόμα ανοιχτό.

–          Τι κάμνεις ρε μαλάκα;!

Τους είδε σχεδόν χαμογελώντας. Έσφιξε την πότσα με το ουίσκι στο χέρι, προέταξε την ομπρέλα με ύφος πειρατή και βγήκε από το μαγαζί.

Κοίταξε πίσω, αλλά πάντως άρχισε να τρέχει. Ο μπακάλης είχε μείνει αποσβολωμένος, αλλά ο πλασιέ τον έβαλε του βούρου. Φώναζε, και έβριζε, και κέρδιζε και βήματα, αφού ήταν νεαρότερος και σε καλύτερη φυσική κατάσταση.

Έφτασε σε μια χαλαμάντουρη οικοδομή. Οι τοίχοι εκεί είχαν κάποτε κτιστεί με πλιθάρια. Στο χαμηλότερο σημείο ανέβηκε, και πρακτικά κυλίστηκε άτσαλα στην άλλη πλευρά. Ο διώκτης του με ένα πήδημα ανέβηκε πάνω στην τοίχο. Σίγουρος πως τον έπιασε τον θρασύ κλέφτη, σκέφτηκε να πηδήξει πάνω του, να τον ακινητοποιήσει.

Το δευτερόλεπτο που χρειάστηκε να γίνει αυτό, η ομπρέλα που κρατούσε στο χέρι του σηκώθηκε, η ξιφολόγχη σημάδεψε τον διώκτη του, και η συνάντηση πρέπει να έγινε στο σημείο του αφαλιού του.

Είδε το πρόσωπο του να πρήζεται, είδε τα μάτια του να φουσκώνουν από έκπληξη στην αρχή, πόνο και αίμα μετά. Έπεσε πάνω του, και αν δεν τους χώριζε η ομπρέλα θα ηταν ήδη ακινητοποιημένος.

Ένοιωσε κάτι να τον συνθλίβει.

Έσπρωξε το σώμα του διώκτη, χωρίς να τον δει ξανά, χωρίς να νοιαστεί τι είχε συμβεί.

Σύρθηκε στην αρχή, μέσα στα χώματα, μέσα στις σκόνες, στα πλινθαρόμπαζα, σηκώθηκε, δοκίμασε να τρέξει, έπεσε, μετά ξανά πάνω. Είχε χάσει τα γαλιά του, είχε χάσει και την πότσα, τα μάτια του γέμισαν δάκρυα και ιδρώτα, δεν έβλεπε, αλλά δοκίμασε να τρέξει. Μέσα στις χαλαμάντουρες οικοδομές, στον δαίδαλο που ήταν κάποτε η παλιά πόλη. Ένα τζάμι  έστεκε στη  μέση ενός τοίχου. Δεν ήξερε αν έμπαινε ή αν έβγαινε. Αλλά το έσπρωξε, το άνοιξε  και ανέβηκε στην άλλη πλευρά.

Μάλλον έξω ήταν αφού ο τόπος ήταν γεμάτος χόρτα και σκόρπια σκουπίδια, όχι όμως χαλάσματα. Δεν έβλεπε καλά. Το επόμενο βήμα ήταν ασταθές. Ένοιωθε πως χανόταν το έδαφος από κάτω του. Δοκίμασε να το σιγουρέψει, αλλά ήταν χειρότερα. Ούτε το άλλο πόδι έβρισκε στέρεο έδαφος.

Προσπάθησε να βρει κάπου για να πιαστεί.

Τίποτα, έπεφτε. Ο αγιωμένος τσίγκος συναντήθηκε με το λαιμό του σε πολύ πρόωρο σημείο. Μέχρι να φτάσει στο βάθος του λασπωμένου λάκκου ήταν ήδη δυο κομμάτια.

«Σιοιρινά», ήταν το τελευταίο πράγμα για το οποίο λειτούργησε.

Advertisements
4 Σχόλια leave one →
  1. Χριστόδουλος καλλίνος permalink
    Δεκέμβριος 3, 2012 23:14

    πιο noir έχω την αίσθηση πως αν ήταν θα ήταν τέλειο… το χαλάει κάπως η υποβόσκουσα ειρωνεία… αν ήταν πιο μαύρο θα μπορούσε να γίνει και script για ένα μικρού ή μεγάλου μήκους film noir.. και αν έβρισκες τζαι κανένα σκηνοθέτη τον Κόπολα ή τον Σκωρτζέζε ή έστω τον Πάντζη θα γινόταν κινηματογραφικό σουξέ…

    Μου αρέσει!

  2. Δεκέμβριος 4, 2012 07:07

    Ωραίο.

    Μου αρέσει!

  3. Δεκέμβριος 4, 2012 09:24

    Ωραίο.
    Μπορώ να «δω» τον ήρωα.
    Ανατρίχιασα στο τέλος!

    Μου αρέσει!

  4. Δεκέμβριος 4, 2012 13:27

    Reblogged this on ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: