Skip to content

Από τα παλιά ημερολόγια [9]. Reconstructed and updated.

Ιανουαρίου 12, 2013

Η απόσταση ήταν κάτι περισσότερο από δέκα μέτρα από τη μια μέχρι την άλλη γωνιά της γνωστής σουβλακοταβέρνας.

Η απόσταση ήταν επίσης κάτι παραπάνω από 2 δεκαετίες.

Η γενική της εικόνα ήταν περίπου η ίδια. Λίγο πιο φουσκωμένη, λιγότερο λαμπερή. Τα γυαλάκια διατηρούσαν το ίδιο στυλ. Το χαμόγελο που της έδινε  εκείνη τη χάρη που χρόνια πιο πριν τον είχε κερδίσει, αργούσε να φανεί. Ίσως πλέον, να είχε λιγότερους λόγους να χαμογελά.

Ήταν και εκείνη με μεγάλη παρέα. Παρέα τριών γενιών. Μια ζαρωμένη κυρία πρέπει να ήταν η μάνα της, η οποία από τότε μόνη, μετά τον πρόωρο θάνατο του πατέρα, είχε πολλές έγνοιες για την νεαρή της κόρη, αλλά της έδινε αρκετό σκοινί για να δοκιμάσει, για να κτίσει τη δική της ζωή. Προφανώς υπήρχε και η απαραίτητη εμπιστοσύνη.

Υπήρχαν και παιδιά στην παρέα. Νεαροί έφηβοι, απασχολημένοι πλήρως  με τα κινητά τους, δεν έδειξαν οικειότητα ή έχθρα σε οποιοδήποτε από τους μεγάλους, και έτσι δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήταν τα δικά της βλαστάρια. Ούτε ποιος ήταν ο σύζυγος της κατάλαβε. Ο κόσμος πήγαινε στην ταβέρνα για να φάει, ήταν όλοι ίσοι, απόλυτα στοχοπροσηλωμένοι σε αυτό το καθήκον εκεί μέσα.

Τα μικρότερα δικά του παιδιά δεν κάθονταν ήσυχα. Μαζί με τα άλλα της παρέας του, έκαναν κατοχή σε μια σχετικά άδεια γωνιά της ταβέρνας, και έκαναν το δικό τους ανέμελο πάρτι. Σηκωνόταν κάθε λίγο να κάνει έλεγχο, να χωρίσει όσους τσακώνονταν, και έριχνε και κλεφτές ματιές. Άραγε εκείνη τον είχε αναγνωρίσει; Οι ματιές  τους δεν διασταυρώθηκαν και έμεινε με την απορία: τον είδε; Και αν τον είδε, τον αναγνώρισε εκείνη;

Σκέφτηκε πως και εκείνος είχε υποστεί λίγο πολύ τις ίδιες βελτιώσεις της παρόδου του χρόνου: μεγαλύτερος όγκος, οι ρυτίδες έδιναν μια πιο έμπειρη εικόνα στο πρόσωπο.  Είχε όμως πάντα την εντύπωση πως δεν υπέστη κάποια αποκρουστική αλλαγή που τον αλλοίωσε δραστικά. Φυσικά, ίσως να απέτυχε να τον αναγνωρίσει για υποδεέστερους λόγους, όπως ας πούμε την προς τα πίσω  διεύρυνση του μετώπου του.

Γιατί όμως; Τα δεδομένα ήταν λίγο πολύ φανερά από τότε.

Η παρέα της είχε έρθει λίγο αργότερα, έφυγε λίγο νωρίτερα. Όλοι μαζί ήπιαν μόνο δυο τρεις μπύρες.

Η πρώτη γνωριμία είχε γίνει σε μια εκδρομή στα βουνά ένα φθινοπωρινό Σαββατοκύριακο. Κάποιος φίλος προσπαθούσε να τα φτιάξει με μια φίλη, την κάλεσε να πάνε κάπου μαζί,  και για κάλυψη κλήθηκαν 2-3 φίλοι από τη μια και 2-3 φίλες από την άλλη.

Ήταν οι καιροί της αφασίας, λίγο μετά τις σπουδές. Ήθελαν όλοι να περάσουν καλά, για τη μέρα, το σαββατοκύριακο, τη εβδομάδα. Ήταν όλοι λίγο πολύ προσδιορισμένοι και σίγουροι για όλα, η αβεβαιότητα, η κρίση, η έγνοια για το αύριο ήταν για εκείνη τη γενιά, για εκείνο το χρονικό σημείο, άγνωστες λέξεις.

Οι βαριοί μεζέδες και το άθλιο τοπικό κρασί στη μοναδική ανοικτή ταβέρνα του χωριού έκαναν πιο εύκολα τα ανοίγματα. Η εξερεύνηση του μυαλού και του προσώπου δίπλα και απέναντι, το φλερτ, τα πειράγματα, έριξαν τις άμυνες, και στο δρόμο για το ξενοδοχείο μπλεχτήκαν κάποια χέρια, αγκαλιάστηκαν κάποια κορμιά –  ήταν κρύο στο βουνό.

Είχε μείνει μαζί της στο σαλόνι του μικρού ξενοδοχείου. Από κάπου είχαν βρει και άλλο κρασάκι.

Ακόμα θυμόταν πως εκείνη τη νύχτα έκλαψαν και οι δυο.

Η ιστορία προχώρησε με χαρά, με όρεξη, με έρωτα έλεγαν όσοι τους έβλεπαν. Δεν ήταν οι ίδιοι, εκείνη ήταν περισσότερο προσανατολισμένη σε πρακτικά ζητήματα, «επιφανειακά» τα ονόμαζε εκείνος, που ήθελε να νομίζει πως τα δικά του ενδιαφέροντα ήταν σαφώς βαθύτερα. Κατάφερναν όμως να διαπραγματεύονται με επιτυχία όσα τους χώριζαν όσα δεν τους ταύτιζαν. Στη φάση εκείνη μπορεί να ίσχυε και κάτι άλλο: επιθυμούσαν να υποβαθμίζουν όσα δεν τους ένωναν, επιθυμούσαν να αγνοούν όσα τους χώριζαν.

Φαινόταν πως θα ακολουθούσαν τη γνωστή πορεία επίσημης επικύρωσης της σχέσης. Αυτό όμως αργούσε, και άρχισαν και τα πειράγματα της παρέας, άρχισαν και οι μεταξύ τους ενοχλητικές ερωτήσεις. Ερωτήσεις για ζητήματα που δεν είχαν τεθεί μέχρι τότε. Ερωτήσεις που αφορούσαν τον επόμενο χρόνο, όχι το επόμενο εορταστικό τριήμερο. Ερωτήσεις που αφορούσαν μοίρασμα, όχι απλώς συμβίωση. Ερωτήσεις που αφορούσαν δύσκολα θέματα όπως δέσμευση, ολοκλήρωση, πίστη, πέρασμα στην επόμενη φάση.

Και εκεί προέκυψαν τριγμοί.

Άλλο το ένα, άλλο το άλλο.

Αυτό το έλεγαν και οι δυο, για διαφορετικά ζητήματα όμως ο καθένας.

Ίσως να είχαν νοιώσει πως κάποια πράγματα ήταν τελικά παραπλανητικά, πως έζησαν καταστάσεις πραγματικές μέσα στην εμπειρία τους, αλλά εικονικές μέσα στην κατανόηση τους.

Τα αυτονόητα έπαψαν πλέον να είναι αυτονόητα.

Ήταν το τελευταίο τους καλοκαίρι. Είχαν πάει σε μια συναυλία στο Κούριο. Ήταν οι Κατσιμίχες και ο Νταλάρας.

«Λέω να βγω να πάω να μεθύσω
να ξαναπαίξουμε για λίγο να χαθούμε
να σε σκεφτώ και να σε νοσταλγήσω
και αν υπάρχει λόγος να γυρίσω»

Στην επιστροφή νόμιζε πως ένοιωθαν το ίδιο ανεβασμένοι. Είχε μια κασέτα στο όχημα, με Σαββόπουλο, Παπάζογλου και άλλους σοβαρούς. Της ζήτησε να τραγουδήσουν μαζί το «Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη».

–       Όχι! Του λέει. Δε μου αρέσει!

–       Δε σου αρέσει αυτό το τραγούδι; Ειδικά αυτό το τραγούδι; Μα αφού μαζί πήγαμε στη συναυλία του Διονύση μόλις τον περασμένο μήνα.

–        Όχι! Επιμένει. Δε μου αρέσει!

Συγχύστηκε, και τσαντίστηκε μαζί:

–       Ε, τότε για είχαμε πάει στη συναυλία; Επέμενε και εκείνος.

Απάντηση δε δόθηκε.

Εκείνη η νύχτα είχε τελειώσει όπως την πρώτη.

Ο Bowie δεν ήταν ποτέ  από τα αγαπημένα της ακούσματα.

Advertisements
One Comment leave one →
  1. Ανώνυμος permalink
    Ιανουαρίου 13, 2013 14:13

    Αρα μάλλον δε σε διαβαζει,

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: