Skip to content

Πενταδάχτυλος – Λάρνακας της Λαπήθου revisited.

Ιανουαρίου 6, 2014

Επισκέφτηκα το χωριό του παπά μου 3-4 φορές μετά το άνοιγμα των καντζελιών. Η μια φορά ήταν μαζί με ένα μεγαλύτερο μου ξάδελφο, που ήταν σε θέση να μου μιλήσει για το χωριό. Βλέπετε ο παπάς είχε φύγει 3 χρόνια νωρίτερα.

Ένα κείμενο εμφανίστηκε και εδώ, και μπορείτε να το διαβάσετε, και να συγκρίνετε αισθήματα και φωτογραφίες.

Εδώ και λίγο καιρό ήθελα να πάω ξανά. Για τρεις λόγους.

  1. Η φωτογραφία. Μετά από αρκετά χρόνια με έπιασε πάλι η όρεξη για αυτή την ενασχόληση, και συνεπώς μια πανέμορφη περιοχή σε χειμερινό φόντο είναι μια αφόρητη πρόκληση.
  2. Το βιβλίο του χωρκανού Γιώργου Παυλίδη «Της προσμονής και της απόγνωσης» που διάβασα πρόσφατα.  Γεωγραφικά, το βιβλίο σκαρφαλώνει τις πλαγιές του Πενταδακτύλου, και προσγειώνεται στον Λάρνακα της Λαπήθου.
  3. Μια εσωτερική ακατανόητη, δύσκολη  ανάγκη. Κάποτε ένοιωθα πως όταν μια εποχή φτάνει προς το τέλος της, με πλημμύριζε η νοσταλγία για αυτή, είτε ήταν καλή είτε όχι. Μπορώ να σκεφτώ διαφορά που τέλειωσαν, τελειώνουν ή θα τελειώσουν αυτό τον καιρό, αλλά δεν μπορώ να γίνω πιο συγκεκριμένος… μια δόση νοσταλγίας περιρρέει κάπου εκεί πάντως.

Είχε βρέξει στο βουνό το προηγούμενο βράδυ. Οι δρόμοι είχαν τη θεμιτή χειμωνιάτικη όψη. Τα σύννεφα ανέβαιναν από τη βόρεια θάλασσα, καβαλούσαν το βουνό και διαλύονταν πριν την ηλιόλουστη Λευκωσία. Το βοριαδάκι που φυσούσε όμως ηταν ακόμη γεμάτο υγρασία, το φως ήταν άθλιο και έτσι ο πρώτος λόγος για το ταξίδι ακυρώθηκε σχεδόν από την πρώτη στιγμή.

Μπορεί να σας φαίνεται υπερβολικό αν όχι παράλογο που δίνω τόση σημασία σε αυτό, αλλά η θολή ατμόσφαιρα, πολύ κακή για φωτογραφία,  μου χάλασε την όλη διάθεση.

Ανεβαίνοντας από το round about το βουνό άρχισε να κατευθύνεται βιαστικά προς το μέρος μας. Οι κάμερες της τροχαίας που όπως είναι γνωστό καταγράφουν τη ταχύτητα μόνο των ελληνοκυπριακών οχημάτων δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι, γιατί όπως είπε και ο ποιητής, η γης δεν έχει κρικέλια να μας την πάρουν, ούτε ταχύτητα να μας την γράψουν.

Το βουνό μπροστά.

Και όσο ερχόταν προς το μέρος μας, τόσο αυξανόταν εκείνος ο συγκλονισμός, ο ίδιος μπροστά στο βουνό  που είχα νοιώσει για πρώτη φορά πριν 11 σχεδόν χρόνια.

Ο απρόσεκτος παρατηρητής θα νομίσει πως ο δρόμος πάει κάπου και τερματίζει στη ρίζα του βουνού, ή όσοι πήγαν στην Ευρώπη και την Αμερική θα υπολογίσουν πως ένα τούνελ τρυπάει τη ρίζα του βουνού, και μας βγάζει στην άλλη πλευρά. Ο προσεκτικός παρατηρητής θα δει τις δυο φέτες του βουνού, να συναντώνται περίπου στο μέσο της φωτογραφίας, δημιουργώντας μια σχισμή στην οροσειρά από όπου περνά – πολύ βολικά –  ο δρόμος.

Λίγο αργότερα είδαμε και από την επάνω πλευρά το δρόμο. Μπορείτε να δείτε εδώ την απότομη στροφή που κάνει για να καρφωθεί μέσα στη σχισμή ο δρόμος, ενώ μπορείτε επίσης να δείτε και την άθλια ποιότητα της φωτογραφικής ατμόσφαιρας.

Ο δρόμος από κάτω.

Ο δρόμος από κάτω.

Τη θέα αυτή την βλέπουμε όταν στρίψουμε από τον κύριο δρόμο προς Κερύνεια, αριστερά για το κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα, κατεύθυνση δηλαδή προς τα δυτικά. Το κάστρο βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του βουνού, με φανταστική θέα προς Κερύνεια. Είχα ανέβει εκεί πολύ νωρίς μετά το άνοιγμα των καντζελιών, και σε αντίθεση με τα άλλα δυο κάστρα της οροσειράς, εκείνο στο Βουφαβέντο και εκείνο στην Καντάρα, δεν είχα ευκαιρία να γράψω κείμενο στο μπλοκ.

Το κάστρο εκεί ψηλά.

Το κάστρο εκεί ψηλά.

Τα μωρά υποδέχτηκαν την εικόνα του κάστρου με επιφωνήματα θαυμασμού, θα ηταν μια σπουδαία εμπειρία να ανεβούμε εκεί πάνω (τουλάχιστον 2 ώρες), αλλά ο χρόνος δεν το επέτρεπε. Γύρω από το κάστρο υπάρχουν πολλά σύγχρονα στρατόπεδα με βαριεστημένους Τούρκους στρατιώτες που δεν έδειχναν την παραμικρή όρεξη να ασχοληθούν με τα λίγα αυτοκίνητα των επισκεπτών, και τα πολλά των κυνηγών ( η πελλάρα των κυνηγών δεν χωρίζεται από τα συρματοπλέγματα).

Ψηλά, ταξίδευαν τα σύννεφα του βορρά, και τα μαύρα  πουλιά έκαναν βόλτες. Κάτι θα έπρεπε να φρουρούσαν και εκείνα.

Τα πουλιά του Αγίου Ιλαρίωνα.

Τα πουλιά του Αγίου Ιλαρίωνα.

Λίγο πιο πέρα, ο δρόμος ανέβαινε μέχρι τα 900 σχεδόν μέτρα, και πίσω από το βουνό ξεπρόβαλλε η βόρεια ακτή.

Η σχισμή.

Η σχισμή.

Μια θέα που κάνει το δρόμο μέχρι το στρίψιμο για το Λάρνακα της Λαπήθου την πιο όμορφη διαδρομή  στο νησί, ο ανταγωνισμός είναι τόσο πίσω που δύσκολα μπορώ να τον ορίσω.

Ψευδοξενοδοχείο 1

Πως το λένε αυτό το νησί;

Των εχιδνών;

Των εχιδνών;

Ψευδοξενοδοχεία 2 & 3

Ψευδοξενοδοχείο 4

Χαλίτικο;

Φτάναμε στο τέλος της διαδρομής, μας κάλυψε εντελώς η χειμωνιάτικη σκιά του Κυπαρισσόβουνου, αλλά δεν μπορούσε να λείψει η βάναυση Κυπριακή ιστορία, δεν μπορούσε να αποφύγει να ματώσει το πράσινο και γαλανό τοπίο:

Καλής ποιότητας ερπύστρια.

Καλής ποιότητας ερπύστρια.

40 χρόνια μετά  η ερπύστρια βρίσκεται σε εντυπωσιακή κατάσταση, σε αντίθεση με εκείνους που βρίσκονταν μέσα στο άρμα που τη φορούσε, και σε εκείνους που είχαν ακινητοποιήσει το άρμα στο στενό δρόμο.

Μέχρι να το ρίξουν στον γκρεμό οι άλλοι και να περάσουν τα άλλα άρματα.

Κάποιοι σκοτώθηκαν εδώ.

Κάποιοι σκοτώθηκαν εδώ.

Και σε περίπτωση που νομίσετε πως τη γλιτώσατε την ιστορία, πλανάσθε πλάνην οικτράν:

Η προπαγάνδα στο βουνό.

Η προπαγάνδα στο βουνό.

Στρίψαμε προς νότον, και προς το χωριό του παπά. Η πρώτη εικόνα από μακριά, θολή, κάτι έλειπε αυτή τη φορά.

Η ρίζα.

Η ρίζα.

Και κάτι είχε φθαρεί πολύ περισσότερο. Ούτε οι παρόντες, Παφίτες κάτοικοι του χωριού (που δικαίως φωνάζουν για τα δικά τους κοιμητήρια απ’ εδώ) , ούτε οι χωρκανοί που πάνε εκεί σκέφτηκαν να κάνουν κάτι να το φτιάξουν, γιατί όσο και να ακούγεται υπερβολικά σημαντικό, θύμωσα και λυπήθηκα που είδα τον σταυρό του παππού που ποτέ δε γνώρισα σε χειρότερη κατάσταση από εκείνη που ηταν την προηγούμενη φορά.

Ο παππούς από κάτω.

Ο παππούς από κάτω.

Πολύ άσχημη η όλη εικόνα (γι αυτούς τους νεκρούς, και για όλους, είτε βρίσκονται σε ανάλογα εγκαταλειμμένα και κατεστραμμένα κοιμητήρια στο βορά είτε στο νότο):

Αυτοί τι ψάχνουν; Δεν υπάρχουν πια εδώ φρέσκοι νεκροί.

Αυτοί τι ψάχνουν; Δεν υπάρχουν πια εδώ φρέσκοι νεκροί.

Αυτοί τι ψάχνουν; Δεν υπάρχουν πια εδώ φρέσκοι νεκροί.

Στην Παναγία των Καθάρων είπαμε να πάμε άλλη φορά.

Και μπήκαμε στο χωριό. Λίγοι κάτοικοι εδώ και εκεί στο μεγάλο χωρίο, τα σπίτια κάπως βελτιωμένα, αλλά όχι τίποτα σπουδαίο. Τα αυτοκίνητα ηταν δείγμα από τα διάφορα μικρά σαραβαλάκια που υπάρχουν στο βορρά. Δεν είδαμε κανένα μεγάλο, ή πολυτελές όχημα.

Και δεν βρήκαμε ούτε το σπίτι που είχε γεννηθεί ο παπάς μου. Και με στενοχώρησε αυτό, και ήταν μια άσχημη αποκλιμάκωση στη μέρα  και σκέφτηκα πως εγώ που δεν είχα ουσιαστική σχέση και στενοχωρήθηκα, πόσο μάλλον εκείνοι που είχαν τη σχέση, και σκέφτηκα πως εγώ λίγο πολύ χέστηκα που έζησα όλη μου τη ζωή στο Στρόβολο, και σκέφτηκα πως άλλοι που είχαν αφήσει μέρος της ζωής τους εκεί και φεύγουν, και έφυγαν και σκέφτηκα πως οι δεσμοί κάθε λεπτό που περνά γίνονται βίαια πιο μικροί και πιο αδύναμοι…

Advertisements
5 Σχόλια leave one →
  1. Ιανουαρίου 6, 2014 12:40

    Θα στείλω τούτο το κείμενο της μαμμας μου που εν συγχωριανή με τον παπά σου

    Μου αρέσει!

  2. Ιανουαρίου 6, 2014 12:42

    Εξαιρετικό κείμενο και φωτογραφίες που μιλάνε κατευθείαν στην καρδιά!

    Μου αρέσει!

  3. Ανώνυμος permalink
    Ιανουαρίου 6, 2014 21:00

    Εκαμες να κλαψω και να θυμηθω παλιες καλες μερες στο χωριο.Η Νιτσα του Παυλου ειμαι

    Μου αρέσει!

  4. sup permalink
    Ιανουαρίου 7, 2014 19:16

    Με το σημερινό σου άθρο μου ήρθαν στο μυαλό πάλι οι χάρτες λύσης του Κυπριακού. Θελω να ξερω σε 50 χρόνια αν μεινει αλυτο το κυπριακό (που θα μεινει αν συνεχίσουμε με τα σημερινά μυαλά) τι θα λένε τα εγγόνια του Παπαδόπουλου και των λοιπών απορριπτικών όταν θα γίνουν πολιτικοί για τα σχέδια λύσης που απορρίψαμε (και που καποιοι απόφευγαν να διαπραγματευτούν ώστε να μην βελτιωθούν και να απορριφθούν πιο εύκολα) που μας επιστρέφαν καλή ώρα γη ακόμη και στην επαρχία Κερύνειας. Οι νέες γενιές απορριπτικών θα κάνουν ότι κάναν και οι πρόγονοι τους που το 60 θεωρούσαν τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου καταστροφή και μετά απο 50 χρόνια ευλογία. Θα θεωρούν τα σχέδια λύσης των τελευταίων δεκαετιών ευλογία και την λύση που θα συζητάμε σε 50 χρόνια προδοσία. Φυσικά σε 50 χρόνια το μόνο που θα μείνει να συζητάμε αφου ο χρόνος τρέχει εις βάρος μας (περισσότεροι έποικοι,ξεπούλημα περιουσιών κ.τ.λ.) και το κυπριακό σταδιακά θα ατονά θα είναι για την μετακίνηση των σημαδούρων στο Κάππαρι ή στα Κόκκινα για μερικά μέτρα.

    Μου αρέσει!

  5. Ανώνυμος permalink
    Ιανουαρίου 7, 2014 23:14

    Πέτε μου, τα λουφκιά γίνουνται τζιε γιαχνί;

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: