Skip to content

Ο Μαύρος Πητ.

Αύγουστος 8, 2014

Περίεργη η καλοκαιρινή μελαγχολία.

Βρίσκεσαι με αγαπημένα πρόσωπα σε μια ξανθή αμμουδιά, ο ήλιος λάμπει, αλλά όχι τόσο πολύ, το νερό κρυστάλλινο, η ανθρώπινη παρουσία  ελεγχόμενη, είσαι ντε φάκτο απομονωμένος αφού εκεί που είσαι και να θέλει κάποιος να σε πάρει τηλέφωνο, δεν μπορεί όσο και να προσπαθήσει.

Το μεγάλο άλλοθι προσφέρει και αυτές τις μικρές  χαρές στη ζωή μας.

Όλα αυτά είναι καλά, καλή είναι  και η συνειδητοποίηση πως έχεις τις χαρές, πως είναι δικές σου, σου φέρνουν μια άπειρη ικανοποίηση που όμως δεν αργεί να σκοντάψει, δεν αργεί να γίνει μελαγχολία.

Μη ρωτάτε γιατί.

Ίσως γιατί «ξεγελιέσαι πως υπάρχει αθανασία…», αλλά δεν…

Ίσως να είναι  το αίσθημα της απόκτησης σε σχέση με την ελπίδα. Η οποία ελπίδα προφανώς είναι πιο δυναμική αφού υπονοεί προοπτική ενώ  αντίθετα η απόκτηση είναι μάλλον κάτι στατικό.

Ή ίσως ακόμη να είναι  το αίσθημα της τελείωσης:  το βρήκες και αυτό, έκλεισες, μετά τι;

Έφτασες εκεί που ήθελες, μετά που;

 

Λίγες μέρες αργότερα βρέθηκα σε ένα άλλο σκηνικό πιο ορθόδοξης μελαγχολίας.

Σε μια παραλία πάλι.

Αλήθεια, αν ξεκινήσει κάποιος  περπατώντας  από ένα σημείο της παραλίας  του νησιού μας, πόσο θα χρειαστεί να κάνει το γύρο όλων των 650 χιλιομέτρων της ακτογραμμής μας;

Μα, θα μπορέσει άραγε να κάνει το γύρο;

Να το βάλουμε και σε πλαίσιο πολιτικό: Κύπρος μετά τη λύση δε νοείται αν δεν μπορείς  να κάνεις το γύρο όλου του  νησιού, περπατώντας, τρέχοντας, ποδηλατώντας χωρίς τεχνητά εμπόδια.

Τα φυσικά θα τα ξεπεράσουμε.

Το ίδιο και τα πολεοδομικά.

Θα μπορέσουμε όμως;

Η παραλία βρίσκεται πολύ κοντά στον πολιτισμό, αλλά ήταν σχεδόν έρημη.

Με δυνατό αέρα, μέτρια κύματα και μόνο λίγο κόσμο κρυμμένο πίσω από πρόχειρες κατασκευές, ή κρατώντας τις ομπρέλες μπας και σου φύγουν και  τις βρουν άλλοι, πολλά  χιλιόμετρα μακριά. Τα φοινικόδεντρα διπλωμένα από την έντονη, σταθερή ροή του ανέμου, αν δοκίμαζες απλώς να μιλήσεις έστω σε κάποιο θα ήταν δύσκολο.  Απ’ ότι φαινόταν όμως κάποιοι βρίσκονταν εκεί για ώρες, να μην πω μέρες.  Πως θα είναι άραγε να ζεις σε ένα τέτοιο, ανεμοκεντρικό περιβάλλον, συνεχώς;  Σε ένα μέρος που  είναι δύσκολο ακόμη και το κολύμπι. Αν δεν προσέχεις θα σε πάρει το ρεύμα και θα είσαι τυχερός αν σε βγάλει στην  επόμενη παραλία. Πως μπαίνεις, πως βγαίνεις από εκείνο το «οικοσύστημα»;

Γιατί βλέπετε, σε εκείνα τα μέρη λίγο πολύ έχουν τις ίδιες συνθήκες για το μεγαλύτερο μέρος του 24ωρου.

Τρελαίνεσαι, κουφανίσκεις, αποστασιοποιείσαι;

Σκέφτηκα πάλι, πως μια τέτοια κατάσταση  θα ήταν μια θεμιτή, αν όχι επιθυμητή μοναξιά.

 

Μοναξιά.

 

 

Και κάπου εκεί πήγε το μυαλό μου στον Μαύρο Πητ.  Πέρασε από το όνειρό μου μια πρόσφατη νύχτα, ακατανόητα, ανεξήγητα απροσδόκητα.

Και βρισκόταν στη δική του μοναξιά.

Μια άσχημη, τελική μοναξιά.

Ηταν λίγο πιο μεγάλος μου και τον θυμόμουν από παλιά, από τον καιρό του σχολείου. Μεγαλόσωμος (μεγαλώνοντας έγινε μάλλον χοντρός), με γρήγορη ανάπτυξη, ξυριζόταν χρόνια πριν αποκτήσω στοιχειώδες χνούδι κάτω από τη μύτη, καυκατζής, αλλά και καυκολόος. Για κάποιο λόγο που δε θυμάμαι είχα μέσα μου την ικανοποίηση πως εκείνος μπορεί να ξεχώριζε, μπορεί να ήταν από τους μάγκες, μπορεί να ήταν από τα αστέρια, αλλά εγώ ήμουν από τους άριστους της τάξης μου, ενώ εκείνος ανήκε στους μέτριους και κάτω.

Ψυχρή αντικειμενικότητα, ή απλώς κεκαλυμμένη ζήλια;

Δεν γνωριζόμασταν προσωπικά παρά το γεγονός πως καταγόμαστε περίπου από την ίδια γειτονιά.

Μετά ηταν ο στρατός.

Ηταν η πρώτη μου μέρα στο ΚΕΝ, το Κέντρο Εκπαιδεύσεως Νεοσυλλέκτων. Εγώ απόλυτα χαμένος και ψαρωμένος, κάτι εντελώς αναμενόμενο από ένα στροβολιώτικο βουτυρόπαιδο.

«Τι θέλει να πιει ο νέος;»

«Τ…ιιιιίποτα, είμαι εντάξει!»

«Μα κάτι πρέπει να πιεις, τι προτιμάς;»

«Εεε,.. αρέσκει μου η Mirinda(*)!»

«Mirinda; Πάρε Mirinda ππουστόνεο!»

Και έγειρα όχι γιατί με έσπρωξαν, αλλά από την ορμή του ζεστού νερού που πετάχτηκε από το παγούρι του  Παφίτη δεκανέα.

Ο Μαύρος Πητ βρέθηκε στο ΚΕΝ ερχόμενος από την μονάδα του με κάποια αποστολή, να πάρει ή να φέρει πράγματα. Ηταν δόκιμος αξιωματικός, φορούσε τα διακριτικά του, φορούσε και τα πράσινα γυαλιά Ray-Ban, και ένοιωσα μια μιζέρια από τη σύγκριση.

Εκείνος  χαλαρός,  με το τσιγαράκι του, με τον σιοφέρη του . Εγώ μέσα στις σκόνες, στη ζέστη, στο έλεος των «εκπαιδευτών» μας.

Η σύγκριση δεν ήταν καλή.

Το όνομα «Μαύρος Πητ» δεν υπήρχε τότε, δε  μου είχε περάσει από το μυαλό ούτε την εποχή του σχολείου, ούτε και του στρατού. Τον ταύτισα με το όνομα αυτό πολλά χρόνια αργότερα.

Δεν τον είδα ξανά κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας.

Την οποία ολοκλήρωσα  ευδόκιμα: έγινα και εγώ αξιωματικός, χωρίς καν να βάλω μέσο, άσε που έγινα νομίζω καλός αξιωματικός.

Φυσικά, όταν έφευγα από το στρατό, δεν μπορούσα να κρατήσω τίποτα άλλο πάρα τη φράση: ρίχνω μαύρη πέτρα πίσω μου.

 

Μοιραία, δεν ήταν έτσι, γιατί λίγα χρόνια αργότερα, μετά τη συμπλήρωση της ακαδημαϊκής μου μόρφωσης, βρεθήκαμε πάλι. Τον βρήκα ξανά στην εφεδρεία όπου έτυχε να είμαστε έφεδροι αξιωματικοί στο ίδιο τάγμα.

Είχαμε πλέον μια ίσος προς ίσος σχέση: εγώ ωρίμασα τελικά, γέμισα αυτοπεποίθηση, εκείνος συνέχιζε λίγο πολύ στο ίδιο μοτίβο, αλλά δεν βρισκόμασταν πια ούτε στο σχολείο, ούτε στο ΚΕΝ.

Παρέα και με άλλους συναδέλφους περάσαμε μάλιστα καλά κατά τη διάρκεια των πολλών παρουσιάσεων μας τα πολλά εκείνα χρόνια της εφεδρείας. Μια νύχτα είχαμε πει να βγούμε έξω με τις συνοδούς ή τις συζύγους μας μάλιστα.

Και γνώρισα την πρώτη του γυναίκα.

Την οποία άφησε λίγο αργότερα.

Δεν θυμάμαι πόσα κοπελλούθκια είχαν κάνει.

Επαγγελματικά είχε ασχοληθεί νωρίς με νέες τεχνολογίες σε μια εποχή που πολλοί δεν τολμούσαν, είχαμε μάλιστα συνεργαστεί και λίγο, και οφείλω να πω ότι τον είχα εκτιμήσει με εκείνη την εκτίμηση του ενήλικα προς ενήλικα, όταν τα πράγματα βαίνουν καλώς.

Λίγο αργότερα, φάνηκε πως η δουλειά του ηταν ένας καθρέφτης. Καθρέφτης που έδειχνε μια στρεβλωμένη πραγματικότητα, γιατί η δουλειά του έκλεισε τελικά κακήν κακώς.

Η νέα φάση ηταν ο δεύτερος γάμος με κόρη γνωστής οικογένειας, γνωστών επιχειρήσεων στις οποίες ενεπλάκη σε όλο το μήκος και βάθος.  Εγώ ήμουν, χμμ, ακόμη αναποφάσιστος, και κάπου με εντυπωσίαζε πάλι αυτή η «καριέρα» σε πολύ υψηλούς ρυθμούς.

Πλησιάζαμε προς το τέλος της άλλης μας καριέρας ως συνάδελφοι έφεδροι, και ο Μαύρος Πητ όλο και γινόταν παρόμοιος με τον ήρωα του Ντίσνεϊ  χόντρυνε πολύ, κάπνιζε αλυσιδωτά, συμπεριφερόταν με κακία σε φίλους και συναδέλφους, αυτή η στοιχειώδης αλληλεγγύη μεταξύ εφέδρων  αξιωματικών που όλοι διατηρούσαμε, χάθηκε.

Αργούσε να φανεί, ή δε φαινόταν καθόλου, έπαιζε πελλόν και το κυριότερο απέφευγε πλέον να μιλήσει και να κοινωνικοποιηθεί.

Δε φαινόταν να μεγαλώνει καλά.

Μετά χώρισε ξανά. Νομίζω με άλλα κοπελλούθκια.

Μετά χαθήκαμε και από την εφεδρεία.

Μετά τον είχα δει μια νύχτα σε ένα νυχτερινό στέκι. Υπεύθυνος επί της ασφάλειας – έκανε βασικά face control σε μτσιούς τζιαι μιτσιές. Μέσα στη δυνατή μουσική και τα ποτά ήρθε να μου πει ένα «γεια, τι κάνεις;».

Φορούσε τα μαύρα γυαλιά, και έμοιαζε πλέον 100% με τον ήρωα  του Ντίσνεϊ.

Πριν λίγες μέρες πέρασε από το όνειρο μου.

Έμενε λέει κάπου μόνος, είχε γίνει υπέρβαρος και φιλάσθενος.

Μια μέρα δεν ξύπνησε.

Τον έψαξαν μόλις την επόμενη.

(*) Η λέξη Mirinda δεν είναι απλό όνομα. Στην Εσπεράντο σημαίνει αξιοθαύμαστο ή όμορφο.

Advertisements
9 Σχόλια leave one →
  1. Αύγουστος 9, 2014 13:25

    προσωπικα θα κρατησω αυτο:

    Κύπρος μετά τη λύση δε νοείται αν δεν μπορείς να κάνεις το γύρο όλου του νησιού, περπατώντας, τρέχοντας, ποδηλατώντας χωρίς τεχνητά εμπόδια.

    Μου αρέσει!

  2. Αύγουστος 10, 2014 15:58

    Η σύγκριση με άλλους εν ο σίγουρος δρόμος προς την ενηλικίωση. Αν την πετυχαίνουμε (την ενηλικίωση) καμιά φορά εμείς οι άντρες!

    Απολαυστικότατον αρθράκι, Γιάννο.

    Μου αρέσει!

    • strovoliotis permalink*
      Αύγουστος 18, 2014 21:17

      Και η παραίτηση, στην επανάπαυση της επιτυχίας, ή την απογοήτευση της αποτυχίας, είναι ο δρόμος για το τέλος…

      Μου αρέσει!

  3. Ανώνυμος permalink
    Αύγουστος 11, 2014 12:40

    εισαι πίκρης

    Μου αρέσει!

  4. Πανίκος permalink
    Αύγουστος 11, 2014 22:49

    Λοιπόν Γιάννο; Πως σου φαίνεται τώρα η κατάσταση με τον Αναστασιάδη;

    Μου αρέσει!

  5. Αύγουστος 14, 2014 02:14

    Τζιαι γώ που έγραφα στην τελευταίαν μου ανάρτησην ότι η καλοτζιαιρινή μελαγχολία έρκεται που τον κακόν τζιαιρόν…

    Μου αρέσει!

  6. Ανώνυμος permalink
    Αύγουστος 16, 2014 20:59

    Αγαπητέ Στροβολιώτη….οι σκέψεις σου ταιριάζουν απόλυτα με τους μίζερους και αλλοτριωμένους καιρούς…»στην Κύπρο την αέρινη τη μακαρία τη γη»… που ζούμε….οι «τυχεροί»…

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: