Skip to content

Türkiye(1).

Αύγουστος 20, 2015

1. Κωνσταντινούπολη.
Η προηγούμενη νύχτα ήταν πολύ δύσκολη. Τα σουβλάκια και οι σιεφταλιές φαίνεται να ήταν αφύσικα «ενισχυμένα», το στομάχι διαμαρτυρόταν όλο το βράδυ και ο ύπνος έμεινε λιγοστός.
Το ξύπνημα ήταν πρωινό. Σε ένα πρωινό δύσκολο, μια μέρα πολύ δύσκολη. Φοβόμουν από το πρωί μήπως το τέλος ήταν δυσκολότερο – όχι τόσο για μας, αλλά και ευρύτερα. Βλέπετε το ταξίδι είχε κανονιστεί πολλούς μήνες πιο πριν και οι πολιτικές εξελίξεις εδώ γύρω, μας πρόλαβαν.
Στο οδόφραγμα πλήρης ησυχία. «Γιατί δεν πέρασες ξανά έτσι πρωί;», σκέφτομαι. Πόσες ομορφιές μπορεί να δει κανείς με την ησυχία του, τέτοια πρωινή, ιδιαίτερη ώρα;
Το αεροδρόμιο ήταν χωρίς πολλές κουβέντες τριτοκοσμικό. Ίσως όχι τόσο στο περιτύλιγμα, αλλά στο τι γινόταν κάτω από αυτό. Η επίφαση του επαγγελματισμού και της τήρησης διαδικασιών ήταν εκεί, αλλά στην πράξη έβλεπες πολλά κενά. Το κουδούνι για τα μέταλλα κτύπησε, και ξανακτύπησε, και …ξανακτύπησε και κανείς δε νοιάστηκε.
Καμιά σχέση με τα δικά μας «ευρωπαϊκά» αεροδρόμια.
Ένας ψηλός, ολόμαυρος αστυνομικός μας άκουσε να μιλάμε ελληνικά και μας έπιασε στην κουβέντα. Από την «Παλιά Γιαλούσα», κατάγεται λέει. Δηλαδή, από το Erenkoy. Και αφού Yeni Erenkoy είναι η κανονική Γιαλούσα, τότε η καταγωγή του είναι από τα Κόκκινα; Ναι, λέει, αλλά κατ’ ακρίβειαν οι ρίζες του είναι από το μυθικό Σελλάιν τ’ Αππη στην καρδιά των βουνών του Τροόδους.
Η αεροπορική εταιρεία που φέρει το όνομα της χώρας, μαθαίνω, ανταγωνίζεται τις κορυφαίες του κόσμου για συνολική υψηλή βαθμολογία. Ο φίλος του φίλου μου και τακτικός ταξιδιώτης μαζί τους όμως, λέει πως “an accident is waiting to happen”. Μεγαλώνει τόσο γρήγορα η εταιρεία που χαλαρώνουν οι διαδικασίες.
Το όνομα του αεροσκάφους που φεύγει πριν από το δικό μας, γραμμένο στη μούρη: Amasya. Είχα ακούσει το όνομα πριν από 40+ χρόνια, έπαιρναν εκεί τους δικούς μας αιχμάλωτους, θυμάμαι. Και σκέφτηκα πως σε αυτό το ταξίδι, δε θα είναι η μόνη παραπομπή στο παρελθόν που θα είχα.
Η Μεσαορία αρχίζει να ζεσταίνεται όταν αρχίζουμε να ανεβαίνουμε, μπορούμε πρακτικά να αγγίξουμε τον Πενταδάκτυλο (μου).
Τα κοπελλούθκια έπεσαν με τα μούτρα στο διαδραστικό οπτικοακουστικό σύστημα και εύκολα αξιολόγησαν την εταιρεία ως την καλύτερη που ταξίδεψαν μέχρι τώρα.
Η πτήση λιγότερο από μιάμιση ώρα. Είχαμε λίγο την έγνοια για τις διαδικασίες, αλλά δεν πάθαμε τίποτα. Όλα κύλησαν κανονικά, στο πάρα πολύ busy αεροδρόμιο. Παντού (πολύς) κόσμος, (πολλά) καταστήματα, (πολλοί) τουρίστες, (πολλή) κίνηση. Οι βίζες που είχαμε πάρει ηλεκτρονικά δούλεψαν μια χαρά.
Στην παραλαβή των βαλιτσών είχαμε μια έκπληξη. Πρακτικά ήμασταν οι μόνοι επιβάτες για αυτό τον προορισμό με αποσκευές. Όλοι οι άλλοι φαίνεται πως ήταν transit και πήγαιναν αλλού μέσω της Πόλης ή κουβαλούσαν μόνο χειραποσκευή. Στην πραγματικότητα οι περισσότεροι συνεπιβάτες φαίνονταν ξένοι, ήταν δηλαδή ξανθοί τουρίστες από την Ευρώπη, ή μελαψοί φοιτητές από την Αφρική – μαζί και μια αληθινή κούκλα με τα ροζ που πραγματικά έλαμπε.
Το συμπέρασμα ήταν λοιπόν πως λίγοι ντόπιοι (Κυπραίοι)  έπαιρναν αυτή την εταιρία. Ίσως είναι ακριβή;
Ίσως υπάρχουν άλλοι λόγοι; Είναι δυνατόν πολιτικοί;
Δεν ήταν η μόνη απορία που έμεινε αναπάντητη στο ταξίδι.

Πάντως εξ’ όσων γνωρίζω, δεν είχε άλλο Ελληνοκύπριο σε εκείνη τη πτήση.
Κάναμε επαφή με τη ξεναγό, αγοράσαμε και τις ντόπιες κάρτες για τα τηλέφωνα και βεβαίως διαδίκτυο, είπαμε, γίνονταν πράγματα στην περιοχή εκείνη τη μέρα και δεν μπορούσαμε να χάσουμε επαφή.
Σχετικά εύκολη δουλειά να αγοράσεις μια τοπική κάρτα με χρόνο ομιλίας και ιντερνέτ. Και σχετικά καλές λήψεις σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού. Το πρόβλημα προέκυψε όταν 3-4 μέρες αργότερα, ένα από τα τηλέφωνα «κλείδωσε». Αυτό μάθαμε, εκ των υστέρων, πως έχει να κάνει με το γεγονός πως όλα τα ξένα κινητά τηλέφωνα που ενεργοποιούνται με τοπικές κάρτες, πρέπει να εγγραφούν εντός 2 μηνών και να πληρώσουν τους νενομισμένους φόρους – φαίνεται πως κάποτε το σύστημα αντί να βάλει την κλειδαριά στους δυο μήνες, το κάνει στις 5 μέρες….

Πιάσαμε λοιπόν δουλειά.
Το ξενοδοχείο δεν ήταν το καλύτερο, αλλά σε κεντρική θέση. Στενοί δρόμοι στη γειτονιά, μπουγάδα στο μπαλκόνι απέναντι, αποτυχημένα, κλειστά καταστήματα εκεί γύρω, και φυσικά πολλά, πάρα πολλά πλάσματα. Με τους πρώτους που μιλήσαμε εντός του ξενοδοχείου, μας ρωτούσαν για την Ελλάδα, αν θα τα καταφέρει, αν θα την στηρίξουν οι Ευρωπαίοι, αν θα πάει στη δραχμή. Είχαν όμως και θέση: φταίνε οι Γερμανοί και το ευρώ. Απλά και ξεκάθαρα. Και υπέθεταν πως συμφωνούσαμε μαζί τους.

Βγήκαμε αμέσως έξω σε μια οδό που ξεχείλιζε από κόσμο.

Δύο, από πολλούς κόσμους.

Δύο, από πολλούς κόσμους.

Η αύρα ήταν μάλλον ευρωπαϊκή, με καλές δόσεις ανατολίτικων μπαχαρικών.

Γλυτζιστικά.

Γλυτζιστικά.

Γενικά ένοιωθες μια καλή διάθεση, ένοιωθες πως υπήρχε ψωμί για όλους, ένοιωθες πως μπορούσες να βρεις ό,τι ήθελες για να αγοράσεις, να φας, να πιεις.

Αγιά Σοφιά. 
Ανάμεσα σε πολλά πλάσματα, χρώματα, μυρωδιές, γεύμα με το πρώτο μας κεμπάπ, και λίγες σταγόνες βροχές – αν είναι δυνατόν- βρεθήκαμε ξαφνικά, μπροστά στο ναό. Εκείνο το ναό που νίκησε τον Σολομώντα. Ομολογώ πως δυο πράγματα μου έκαναν εντύπωση: το μέγεθος που είναι πραγματικά τεράστιο και δίνει στην Αγιά Σοφιά μια σαφή μεγαλοπρέπεια. Το δεύτερο πράγμα που μου έμεινε, είναι η εντύπωση πως ο ναός μια μέρα θα πέσει. Παντού γύρω του υπάρχουν προσθήκες, που εξυπηρετούν είτε λειτουργικές ανάγκες, είτε μπήκαν εκεί για στήριξη, γύρω γύρω. Δεν είναι θέμα του κλάδου μου, αλλά πιστεύω πως όλες αυτές οι προσθήκες, σπρώχνουν η μια την άλλη, με την πάροδο των χρόνων κάποια κομμάτια βυθίζονται, κάποια ανεβαίνουν, κάποια ραγίζουν, όλα αυτά θα «πιέζουν» το κτίριο και ναι, φοβάμαι πως θα πέσει. Οι σκαλωσιές εντός, ήταν η μικρότερη από τις ανησυχίες μου.

Unmistakable.

Unmistakable.

Ευτυχώς για μας και την παγκόσμια πολιτιστική κληρονομία, η πτώση δεν έγινε την ώρα που ήμασταν εκεί.
Ο μεγαλοπρεπής – ετοιμόρροπος – ναός είναι λίγο πολύ γνωστός σε όλους σε όλους που έχουν πάει, ή ακόμη δεν έχουν πάει στην Πόλη. Η επόμενη επίσκεψη όμως, έγινε *κάτω* από την Πόλη και συγκεκριμένα, στο υδραγωγείο, την υπόγεια Βασιλική στέρνα ή δεξαμενή. Μια από πολλές στην Πόλη, αλλά η μεγαλύτερη: σχεδόν 10000 τετραγωνικά μέτρα το εμβαδόν, 80000 τόνοι νερό εκεί μέσα. Πάνω από 300 κίονες στηρίζουν αυτό το «υπόγειο παλάτι» που έκτισε μια στρατιά σκλάβων, επίσης με καθοδήγηση του Ιουστινιανού, και ήταν βασική πηγή υδροδότησης των παλατιών και άλλων δημοσίων κτιρίων για αιώνες. Το νερό έρχεται από κάπου έξω από την Πόλη, μαζί έρχονται και τα πεινασμένα ψάρια. Η δεξαμενή είναι πρακτικά μια ολόκληρη συνοικία κάτω από την πόλη, είναι επίσης και χώρος όπου γυρίστηκε ταινία του Τζέιμς Μποντ.

Το νερό από κάτω.

Το νερό από κάτω.

Μικρό διάλειμμα και μετά περπάτημα στη γειτονιά αναζητώντας χώρο για δείπνο, λαϊκές συνοικίες απλώνονται στα κατήφορα προς τη θάλασσα. Πέφτουμε σε κυριολεκτικά και μεταφορικά αδιέξοδα σε σημείο της Πόλης που μάλλον δεν προορίζεται για επισκέπτες. Ξαφνικά παίζει το κανόνι του μουεζίνη, τα ηχεία από τα τζαμιά διαλαλούν τον τερματισμό της νηστείας για την ημέρα – ήταν ραμαζάνι – , οι πιστοί συνωστίζονται στα συσσίτια, σερβίρονται, αλλά περιμένουν υπομονετικά οδηγίες να ξεκινήσουν το μάσημα. Δεν είναι τόσο απλό: ήταν γύρω στις 08.30 το βράδυ και είχαν να φάνε ή να πιουν από πριν την ανατολή του ήλιου.
Και εκεί που νοιώθαμε χαμένοι και πεινασμένοι, φτάνουμε σε ένα μέρος που θύμιζε τη δική μας Πόλη (της Χρυσοχούς), με εστιατόρια και λοιπά στέκια, γύρω από μια (μεγάλη) πλατεία. Σαν την Πόλη μας ναι, αλλά πολύ μεγαλυτέρων διαστάσεων, ας πούμε, Χ 10. Είχαμε ήδη ξελιγωθεί, τα μωρά σέρνονταν καθίσαμε στο δεύτερο στέκι που βρήκαμε, ο μεγάλος δίσκος με το μεζέ (για τους Τούρκους, μια μεταβαλλόμενη σειρά από μικρά πιάτα που σερβίρονται ως ορεκτικά), για να διαλέξουμε, μας φόρτωσε και μας χόρτασε, μετά ήρθαν τα κυρίως, καλή ποιότητα, κόψιμο λαιμού στην τιμή – καλά να πάθουμε, αφού δε ρωτήσαμε τη ξεναγό – δείπνο με τη συνοδεία μουσικών του δρόμου που έπαιζαν μέχρι και love story στα τσιγγάνικα, ενώ τα μωρά κοιμούνταν στα πόδια μας.
Μας έκανε εντύπωση η πολύ ακριβή τιμή του κρασιού. Κρασί που παίρνουμε στο βορρά 15 ευρώ μας έκατσε εκεί 30 – μοιραία δε ξανάγινε στη συνέχεια, καλή είναι και η Efes. Φόρος πολυτελείας ο λόγος, μαθαίνουμε – κρίμα, γιατί έχουν πολύ καλά κρασιά.

Η πλατεία.

Η πλατεία.

Περίεργος, πολύχρωμος κόσμος εκεί γύρω, ένας νάνος, ένας σακάτης, ένας γέρος οργανοπαίχτης, προφανώς το κάνει ακόμη από μεράκι – η Πόλις.
2. Κωνσταντινούπολη.
Ο μουεζίνης πότε προσεύχεται για τελευταία φορά; Πότε για πρώτη; Ακούσαμε και τις δυο.
Γεμάτη μέρα – όπως ήταν τελικά όλες.
Η Πόλη σε αποπνίγει με τη βρωμίλα της ενέργειας και της υπερέντασης, αλλά από κάτω υπάρχουν άλλες, παλιότερες, κάποιοι θα πουν γνώριμες μυρωδιές.
Πρώτος σταθμός ο Ιππόδρομος – που δεν υπάρχει. Η μακέτα από τον καιρό που τα άλογα έκαναν κούρσες εκεί. Παντού ρίζες και διηγήσεις που χάνονται στα βάθη της ιστορίας – και ήμασταν ακόμη μόνο στη δεύτερη μέρα.
Κάπου εκεί, ένας Πορφυρογέννητος έφτιαξε ένα οβελίσκο αλλά δε ξέρουμε γιατί – ίσως να είχε περάσει από την Καππαδοκία. Ο άλλος, ο πιο παλιός οβελίσκος ήρθε από την Αίγυπτο . Τεράστιος, θα τον ζήλευε ο Οβελίξ, ήρθε σε ένα κομμάτι, να δούμε πόσοι δούλοι τον κουβάλησαν, πόσοι τον φόρτωσαν, πόσοι τον ταξίδεψαν. Στο κάτω μέρος του, χαραγμένες οι ιστορίες για το φτιάξιμο του Ιπποδρόμου, εικόνες από τους αυτοκράτορες της εποχής και τους αγώνες.
Μπλε τζαμί.

Μπλε.

Μπλε.

Μπορεί ο Ιουστινιανός να είχε νικήσει τον Σολομώντα με την Αγία Σοφιά, αλλά 1000 χρόνια μετά κάποιοι άλλοι, έφτιαξαν λίγο μόνο μακρύτερα, το Μπλε Τζαμί. Πιο λιτό στην εσωτερική αρχιτεκτονική κάπως πιο μικρό από την Αγία Σοφιά απέναντι, αλλά πιο σφριγηλό, πιο «υγιές» κτίριο. Δείχνει πως αντέχει καλύτερα. Η Αγία Σοφία μου προκάλεσε ανακούφιση μετά που φύγαμε, το Μπλε Τζαμί άφησε μια αίσθηση σιγουριάς.
Στο Τζαμί δεν έλειψε φυσικά η ρουτίνα των ρούχων που (δεν) καλύπτουν το αμαρτωλό σώμα, το έβγαρμα των παπουτσιών. Ουρές ολόκληρες έξω, ντόπιοι και τουρίστες. Οι γυναίκες έπρεπε παντού και πάντα να καλύπτουν το κεφάλι, τα κοντοπαντέλονα των ανδρών κάπου περνούσαν απαρατήρητα, κάπου χρειαζόταν να προσθέσουμε και εμείς μάξι «φούστα».
Κάποιος σε μια γωνιά εξαντλημένος φαίνεται νεκρός, ή στην καλύτερη περίπτωση κοιμάται, λέει η ξεναγός, ίσως να είναι από τη νηστεία – αλλά μάνι μάνι, από το πρωί, εξαντλήθηκε;
Η ξεναγός ξεθαρρεύει και αποδεικνύει πως πέραν από την εξωτερική της εικόνα που έμοιαζε συνταξιούχα αγγλίδα δασκάλα, έχει και άλλες ευρωπαϊκές «σχέσεις», αφού είχε ζήσει 12 χρόνια στην Ελβετία, ζει τώρα με τον γιατρό σύζυγο της στην Κωνσταντινούπολη, σε συνοικία «με καλλιτέχνες και διανοούμενους» όπως την περιέγραψε, και δεν νοιώθει πολύ καλά για την ένταση της θρησκείας και τον Ερντογάν.
Μέσα στη βουή της Πόλης περπατήσαμε λίγο πιο κάτω, σε ένα στενό δρομάκι όπου βρήκαμε μια κρυφή γωνιά για τσάι. Δεν είναι τελικά παράλογο να πίνεις το τσάι σου στο γυάλινο ποτήρι με σχήμα τουλίπας μέσα στη ζέστη. Σε εκείνο το χώρο που ηταν κάτι σαν παλιό θρησκευτικό σχολείο είχε ένα σωρό μικρά καταστήματα με χειροτεχνία παντός είδους. Για ψαγμένους κουλτουριάρηδες Τούρκους.

Δροσερό.

Δροσερό.

Βγήκαμε έξω και σύντομα βρισκόμασταν σε άλλο ένα τάφο σουλτάνων, αν κατάλαβα καλά υπήρχε ο κυρίως σουλτάνος και ήταν γύρω η οικογένεια, φίλοι και γνωστοί αλλά και άλλοι υποδεέστεροι σουλτάνοι – στον ίδιο χώρο.
Δεν έχει που να γυρίσεις και να μη δεις ιστορία έλεγα και ξανά έλεγα…
Τοπ Καπί.

Μεγάλη (ή υψηλή) Πύλη;

Μεγάλη (ή υψηλή) Πύλη;

Κάπου είχα ακούσει το όνομα αλλά δεν ήξερα τι θα δούμε. Ήταν λοιπόν ένα παλάτι, ένα μεγάλο παλάτι, ίσως από αυτά που φαντάζεσαι στα παραμύθια, με μια πρώτη πύλη, μετά χώρο για τους πολλούς και τους λαϊκούς και μετά το εσωτερικό παλάτι για τους βασιλιάδες και τους ευνοούμενους τους. Ήταν πραγματικά ατελείωτο, είδαμε τις κουζίνες που έφτιαχναν φαγητό για χιλιάδες, είδαμε και το πολύ ενδιαφέρον χαρέμι για το οποίο υπάρχει έξτρα χρέωση (σπουδαίοι έμποροι οι Τούρκοι!), είδαμε το θησαυροφυλάκιο με το διαμάντι των 86 καρατίων, είδαμε ένα σωρό άλλα κτίρια, μπήκαμε και στο μουσείο παλαιών όπλων – άλλωστε Τοπ Καπί σημαίνει η «Πύλη του Κανονιού».

Στα ενδότερα του χαρεμίου.

Στα ενδότερα του χαρεμίου.

Εκεί μέσα λοιπόν είδαμε διάφορα όπλα προχωρημένης και μη τεχνολογίας: ττοππούζ (ρόπαλα με στρογγυλή κεφαλή, ρόπαλα με πιο αποτελεσματική κεφαλή σαν σπασμένο ρόδι ), ππάλα, μπαλντά αλλά και πολλά ντουφέκια:
Φιτιλλί ντουφέκ, καψουλλί ντουφέκ και το πιο σύγχρονο: τσακματζί ντουφέκ!

Η γλώσσα μας έκλεινε συνεχώς το μάτι. Εκτός από τα όπλα ήταν και η μπεμπέκα, το τζάμι, το καϊσί, και ένα σωρό άλλα!
Στον πολύ μεγάλο χώρο που καλύπτει το παλάτι, υπάρχουν και πολλά δέντρα, είναι ίσως και η θέση, αλλά επικρατούσε παντού μια σχετική δροσιά, ενώ από την εικόνα της φύσης γύρω, μπορούσες να συμπεράνεις πως η θερμοκρασία δεν ανεβαίνει ποτέ σε εκδικητικά επίπεδα για να ξεράνει τα πάντα.
Εντάξει μάθαμε και το τσάι, να μη μάθουμε και το αιράνι; Μαζί με τα σουβλάκια μάλιστα; Όχι άσχημο.
Μετά, άντε να δεις την Πόλη, εκείνη που βρίσκεται πιο κοντά στον κόσμο, αλλά τι να προλάβεις; Με το λεωφορείο περάσαμε κάτω ή ήταν πάνω από το Ταξίμ (που δεν αναφέρεται στη διχοτόμηση της Κύπρου), μετά στο μεγάλο αρχαίο παζάρι. 4000 καταστήματα σε ένα πανάρχαιο μολλ . Παζάρεμα και κράχτες και ζέστη και μυρωδιές και βρωμιά και χαμός. Κάτι λάμπες μας άρεσαν, δε θα βρεις άλλου τις ίδιες μας λέει ο επίμονος πωλητής, άντε τώρα να το ψάξεις εκεί μέσα – και φυσικά άντε τώρα να τις κουβαλήσεις μαζί σου. Τον απογοητεύσαμε, και νομίζω απογοητευτήκαμε και εμείς.

Κάπου εκεί μένει η ξεναγός μας, αλλά και κάποιος Σνάιτερ της Γαλατάσαραι - μαθαίνουμε μέσω του γιου!

Κάπου εκεί μένει η ξεναγός μας, αλλά και κάποιος Σνάιτερ της Γαλατάσαραι – μαθαίνουμε μέσω του γιου!

Το βράδυ είπαμε να μην κάνουμε πειράματα και έτσι πήγαμε συστημένοι. Μας παρέλαβε αυτοκίνητο του εστιατορίου, πάλι σουβλάκια, αυτή τη φορά σε κιοφτέ – με χαλεπιανά, μας οδήγησαν μετά πίσω στο ξενοδοχείο περνώντας από σημεία που δεν φαινόταν δυνατόν πως θα μπορούσε να περάσει έστω και το μικρό μας λεωφορείο. Δεν μας έκοψαν το λαιμό.
Είχαμε ήδη μικρή πείρα στα εστιατόρια και τα συμπεράσματα θα μπορούσαν να είναι: Ανατολίτικες ταχύτητες στην εξυπηρέτηση και πολύ πίσω στην υγιεινή. Θα έφριτταν οι Ευρωπαίοι επιθεωρητές HACCP.

Δεν πάθαμε τίποτα.

Είχαμε και μια πρώτη εικόνα για τα πλάσματα της Τουρκίας: το φέρουν βαρέως αν τους διορθώσεις μετά από κάποιο λάθος ή όταν δεν πάρουν το πουρμπουάρ που αναμένουν – υποθέτω αυτό μπορεί να ερμηνευθεί και ως αίσθημα περηφάνιας. Γενικά οι τρόποι στα καταστήματα, εστιατόρια στη μεγάλη Πόλη ηταν μέτριοι έως κακοί, για να μην πω εχθρικοί – πάντα σε προσωπικό (ίσως τουριστικό) επίπεδο, μη βγάλετε κανένα ανυπόστατο πολιτικό συμπέρασμα.
3. Κωνσταντινούπολη.
Άλλο ένα τέμενος, πάλι έργο του Σινάν. Εκείνος ο Σινάν ο αρχιτέκτων που άρχισε να το κάνει στα 50, πρέπει να είχε πάρα πολύ ενεργή ζωή μέχρι τα 98 που πέθανε. Μια ατέλειωτη σειρά από μνημεία, κάποια συγκλονιστικά όλα τεράστια με μια μάλλον λιτή αλλά μεγαλοπρεπή γραμμή, που ταιριάζει στον μέντορα του τον Σουλεϊμάν. Είδαμε και τον δικό του τάφο.

Αρχιτεκτονικός τάφος.

Αρχιτεκτονικός τάφος.

Στο τζαμί σχεδόν όλοι νοιώσαμε περίεργα. Ήταν η σχετική ζέστη, ο κακός εξαερισμός, κάτι άλλο ανεξήγητο; Είπαμε, πολλές οι απορίες.

Παράξενη αίσθηση.

Παράξενη αίσθηση.

Μάθαμε πάντως πως ο (αρχι) μάστρος (ας πούμε ο εργολάβος) που το έκτισε, ήταν μάλλον μεθυσμένος τον περισσότερο καιρό. Και αυτό γινόταν γιατί το τότε Ισλάμ, μας λέει η ξεναγός ήταν πολύ πιο ανεκτικό.
Χμμμ… δηλαδή τώρα που είναι πιο αυστηρό, έως παρανοϊκό το Ισλάμ, θεωρούμε ότι έχει πάει μπροστά ή πίσω;
Πόσο σχετικές είναι οι έννοιες καμιά φορά…
Ήταν άλλη μια πανέμορφη γωνιά της Πόλης με πράσινο, την περιρρέουσα δροσιά, την επιβλητική ιστορία αλλά και χώρο για προσευχή και διαλογισμό για όλους.

Βόσπορος.

Μετά πήγαμε στον Βόσπορο. Πόσες φορές να ακούσουμε τον Αλκίνοο και τόσους άλλους (που δεν ξέρω αν πήγαν ποτέ εκεί), έπρεπε να πάμε οι ίδιοι.
Και πήραμε το άβολο καράβι, με πολλούς τουρίστες και σχετικά χαμηλό εισιτήριο. Όσο πιο βόρεια πήγαινες, τόσο πιο όμορφα ήταν. Η θάλασσα άνοιγε, η Πόλη απλωνόταν και στις δυο πλευρές, από μακριά φαίνονταν όλα τόσο όμορφα. Ερωτεύσιμα θα έλεγα.
Δυο γέφυρες ενώνουν Ευρώπη και Ασία, γεμάτες με συνεχή ουρά αυτοκινήτων η μια, φορτηγών και λεωφορείων ή άλλη, η ξεναγός μας έδειξε και την μισή τρίτη, έριξε πάλι της μπηχτές για τον Ερντογάν που καταστρέφει το περιβάλλον για να φτιάξει την τρίτη, και αφού ήταν στο θέμα, αναφέρθηκε και στα πολλά τεράστια τεμένη που χτίζουν, τις πολλές σημαίες που στολίζουν τα πάντα – με μάλλον επικριτικό τρόπο, ταίριαζε στο γενικότερο της προφίλ, παραδέχτηκε όμως πως πρακτικά δεν υπάρχει άλλη επιλογή.

Γέφυρα.

Γέφυρα.

Ψηλά, κάπου στο Βόσπορο αποβιβαστήκαμε, μάλλον τουριστική περιοχή, αλλά κυρίως για Τούρκους, φάγαμε και ψάρι, πιο φτηνά από το κέντρο, γενικά, δεν είναι ακριβά, αλλά το βασικό είναι πως οι μερίδες είναι παντού μάλλον μέτριες. Μεγάλη ποικιλία «μεζέ» στην αρχή ανεβάζει την όρεξη αλλά και τον λογαριασμό, δεν σου φαίνεται, αλλά έξι και έξι οι τουρκικές λίρες μαζεύονται και αυξάνονται στο τέλος.

Βόσπορος.

Βόσπορος.

Σε χαλαρούς ρυθμούς, όπως όλα τα εστιατόρια, που μας κοιμίζουν πάνω στο τραπέζι τα μωρά κάθε βράδυ, πήγαμε και για παγωτό εκεί κοντά. Άλλη φάση πάλι: ό,τι και να διαλέξεις από το μενού, σου φέρνουν ό,τι θέλουν ή ό,τι έμεινε! Θέλεις λάβα κέικ; Παίρνεις κέικ γεωγραφία. Θέλεις κοκτέιλ παγωτό, παίρνεις 4 μπαλίτσες!
Πίσω στο κέντρο ξανά με το λεωφορειάκι μας, και πάλι σε θρησκευτικό μνημείο, αυτή τη φορά «δικό μας», Χώρα τη λένε την εκκλησία, και οφείλω να παραδεχτώ πως οι τοιχογραφίες ήταν εντυπωσιακές.

Ιστορίες παλιές.

Ιστορίες παλιές.

Έδειχναν πολλά, μεταξύ των οποίων και τα θαύματα του Ιησού.
«Πότε σταμάτησε να θεραπεύει με θαυματουργό τρόπο ο Ιησούς;» λέω στη ξεναγό.
«Όταν έκαναν τη συντεχνία οι γιατροί» – απαντώ στο απορημένο της βλέμμα.
Δεν χαμογέλασε, ή δεν κατάλαβε.

Λίγο μετά είδαμε την κοίμηση της Θεοτόκου και είχαμε και πάλι την ευκαιρία διαθρησκευτικού χιούμορ.
«Τι είναι αυτό το μωρό;» λέει.
«Η ψυχή της Παναγίας» απαντά η ίδια.
« Όχι» λέω, «ο εγγονός της είναι, αλλά δεν το λένε γιατί δεν είναι σωστό».
Λίγο χαμογέλασε ή λίγο κατάλαβε, δεν ξέρω αν εκτίμησε το χιούμορ τη στιγμή που φαινόταν πολύ κοσμική και καλά μορφωμένη. Είπα όμως να κρατήσω το σχετικό χιούμορ για μένα από εκεί και πέρα.
Βόλτα στο «Παλάτι», κάπου εκεί και το Φανάρι, ή η πόρτα αυτού, γειτονιές περίεργες και πάλι, έτσι είναι όπου και να πας στην Πόλη, πρέπει να διαβάζεις βαθιά την ιστορία. Ας πούμε εκεί γύρω βλέπεις πολλές γυναίκες ντυμένες σαν καλόγριες – θα ταίριαζαν με το Φανάρι, έτσι;
Είναι υπερορθόδοξες μουσουλμάνες.
Δείπνο ραμαζανιού στο ξενοδοχείο για την τελευταία μας νύχτα στην Πόλη. Δηλαδή ένα μάλλον φτωχό μπουφέ με λίγες δόσεις μεζέ – και κάποια πιάτα που υποτίθεται είναι παραδοσιακά πιάτα για μετά τη νηστεία. Δε μας έφεραν καν πετσέτες, καλή η θέα κρίμα που κρέμονταν κομμάτια από το πολλαπλώς ανακαινισθέν ταβάνι – η εικόνα του μη επαγγελματισμού διάχυτη.
Τρία πιάτα γέμισε και έφαγε ο γιος, αλλά 50% έκπτωση την πήρε! Βρίσκεται σε εκείνη την ενδιαφέρουσα ηλικία – μεταίχμιο.
4. Κωνσταντινόπουλη – Αγκυρα. 
Ξύπνημα πρωινό, μόλις προλάβαμε το πρόγευμα, ξεκίνημα για Ανατολία.

Πολύ πρωι.

Πολύ πρωι.

Πατάμε Ασία από τη γέφυρα, 450 χλμ για την πρωτεύουσα με το μινι μπας. Μόλις 5 εκ πλάσματα αντί των 17 της Πόλης. Η Ασιατική Πόλη λίγο διαφέρει στην άλλη πλευρά του Βοσπόρου, αλλά όσο προχωράμε γίνεται πιο άνετη, πιο ψηλά τα κτίρια, χάθηκαν οι παραδοσιακές αρχαίες συνοικίες και γειτονιές. Παλιότερα, κάποιοι Κωνσταντινουπολίτες ζούσαν στην Ευρωπαϊκή πλευρά και είχαν εξοχικό στην Ασιατική. Ακόμη πιο έξω, στα προάστια θα μπορούσες να βρισκόσουν κάπου στην κεντρική Ευρώπη, τόσο σε σχέση με την αρχιτεκτονική όσο και με το περιβάλλον.
Ο δρόμος ήταν καλός, η φύση όσο προχωρούσαμε πρασίνιζε, ανεβαίνουμε ψηλά, μπορούμε να πάμε από το δρόμο των βουνών, όπου και χιονοδρομικά κέντρα, ή μέσα από τη σήραγγα. Άξιζε η διαδρομή τόσες ώρες, είδαμε περισσότερα πράγματα.
Η Άγκυρα είναι ψηλά, 1 χιλιόμετρο ψηλά.
Ενημέρωση και κουβέντα για τον Μουσταφά Κεμάλ στο μαυσωλείο του οποίου θα καταλήγαμε. «Δε θα μπορούσα να κάνω τη ξεναγό αν δεν ήταν εκείνος» μας λέει. Είναι εμφανής η προτίμηση της για να μην πω λατρεία, έστω και αν του κάνει κάπου κάπου κριτική, νοιώθει πως ο Ερντογάν θέλει να χαλάσει όσα είχε κτίσει εκείνος, αλλά λίγο πολύ παραδέχεται πως δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Παγιώνεται η εικόνα της ανοιχτόμυαλης, κουλτουριάρας, κοσμοπολίτισσας, με φίλους στην Αθήνα και την Κεφαλλονιά, το είδος του Τούρκου που θέλουμε, αλλά τι να τους κάνουμε αν η χώρα – γίγαντας όπου ζουν δεν έχει στοιχειώδη πολιτική σταθερότητα; Όπως ανέμενα, ψηφίζει Κιλιτστάρογλου (ο γιος του κατασκευαστή σπαθιών που έχει το όνομα αλλά όχι τη χάρη) και θεωρεί τον Ντεμιρτάς λαϊκιστή…

 

Επιδερμικές οι αναφορές στο κυπριακό, μάλλον κρίνει πως δεν είναι πολιτικά ορθό να το κουβεντιάσει μαζί μας πέραν κάποιων αόριστων αναφορών για ειρήνη και επικέντρωση στα οφέλη που θα έχουμε από εδώ και πέρα.
Άγκυρα.

Πρώτη εντύπωση, καμία σχέση με την Πόλη. Συγυρισμένη, καλά σχεδιασμένη πόλη με πολλή μεσαία τάξη, καθηγητές, φοιτητές, υπάλληλους της κυβέρνησης. Δεν έχει τα άκρα της Πόλης, τους πολύ προοδευτικούς ή τους υπερορθόδοξους και μάλλον μας τη ζωγράφισε ως μια προοδευτική πόλη – με άλλο ένα τρελό δήμαρχο (νομίζω του κόμματος του Ερντογάν) που θέλει να φτιάξει κάπου εκεί ένα θιμ παρκ πελλό.
Εξαιρετικό φαγητό στον … σιδηροδρομικό σταθμό. Το φαί μέχρι τώρα μάλλον μέτριο, τουριστικό σε τουριστικές τιμές, αυτό ήταν διαφορετικό, η Άγκυρα πιο φτηνή από την πόλη. Και βεβαίως, σκέψεις και η φαντασία παλαρισμένη, ειδικά για τα τραίνα που ταξίδευαν ανατολικά. Υποθέτω πως αν ταξιδέψεις αρκετά ανατολικά, θα βγεις στη θάλασσα της Κίνας…
Φτάσαμε λοιπόν στο μαυσωλείο.

Μουσταφά Κεμάλ ο μεγαλοπρεπής.

Μουσταφά Κεμάλ ο μεγαλοπρεπής.

Ορατά και σημαντικά μέτρα ασφάλειας. Το όλο έργο διαχέεται από λατρεία προς εκείνον – όπως όλα τα ανάλογα έργα για όλους τους ανάλογους ηγέτες στον κόσμο. Ο τάφος του, ο τάφος του επόμενου προέδρου (Ινονού), τα προσωπικά του είδη, η αντίκα του, φωτογραφίες, τα επιτεύγματα του για να αλλάξει η χώρα, το πιο μεγάλο, η απίστευτη αλλαγή στη γλώσσα, και φυσικά οι πόλεμοι του. Και ο πόλεμος του με την Ελλάδα, εικονογραφημένος με κλασσικές συνταγές προπαγάνδας και εντυπωσιασμού.

Πολλή βία.

Πολλή βία.

Τώρα, ιστορικά και αντικειμενικά, όλα εκείνα είχαν γίνει λόγω του θυμού μιας χώρας που τεμαχίστηκε με τη συνθήκη των Σερβών, ή ηταν οι Έλληνες που υπερτίμησαν τις δυνάμεις τους, ή και τα δύο;
Το αποτέλεσμα πάντως, ηταν γραφικά αποτυπωμένο στο μουσείο.
Επόμενο μουσείο χωρίς πλέον ένταση – , το καταπληκτικό αρχαιολογικό μουσείο της Άγκυρας. Από την παλαιολιθική μέχρι την κλασσική εποχή. Φοβερά εκθέματα από ασσύριους, χιττίτες και διάφορους άλλους βολικά ξεχασμένους λαούς. Έφτανε μέχρι την Ελληνιστική μέχρι τη Ρωμαϊκή εποχή. Βλέποντας μια συλλογή παλιών νομισμάτων, και πολλές δραχμές και τετράδραχμα, ένιωθα μια κάποια ιστορική ειρωνεία, εκείνες τις μέρες και ώρες.

Νέα νομισματική πολιτική.

Νέα νομισματική πολιτική.

Μετά η ακρόπολη. Μια, είναι η Ακρόπολη, σωστά; Και όμως η Άγκυρα έχει ακρόπολη, πόσοι κυπραίοι ήρθαν εδώ ποτέ;
Καμιά σχέση με την πρωτότυπη φυσικά, απλώς εντυπωσιακή θέα της πόλης γύρω γύρω. Εκεί ψηλά μάλλον παραγκούπολη είναι, η οποία αλλάζει, βλέπεις μπαράκια, σουβενίρ, εστιατόρια, το πολύ σε 5 χρόνια όλα εκείνα τα χαλαμάντουρα δε θα υπάρχουν πλέον.

Ακρόπολις.

Ακρόπολις.

Δείπνο στο μόλις ανεκτό ξενοδοχείο πάνω από ένα θορυβώδη κύριο δρόμο, με τα κλιματιστικά να δίνουν αντιστρόφως ανάλογη δροσιά σε σχέση με τη φασαρία του μοτέρ, και τη θερμοκρασία στη ξηρή ατμόσφαιρα στα χίλια μέτρα πάνω από τη θάλασσα, να είναι αρκετά ψηλά, στην αρχή τουλάχιστον της νύχτας.
Πολλοί κορεάτες μαζί μας. Μένουν μόνο για λίγες ώρες, ανάμεσα στα ταξίδια τους, πήραμε και κλήση για δικό τους ξύπνημα. Που να ξεχωρίζουν στη ρεσεψιόν ποιος μένει, που. Προγραμματισμός για εγερτήριο για όλους , για ευκολία.
Τα ρωμαϊκά ερείπια (στην Άγκυρα), απέναντι από το ξενοδοχείο, φωτίζονταν τη νύχτα.
Τελικά η γεμάτη σχολεία και νοσοκομεία πόλη είναι και διαμετακομιστικός σταθμός με αρκετό θόρυβο και φασαρία. Και επαναλαμβάνω και για εδώ: η υγιεινή και ο επαγγελματισμός δεν είναι πολύ ψηλά στις προτεραιότητες κάποιων Τούρκων, ούτε καν η ευγένεια.
Δε γίνεται να παραγγέλνεις τα ποτά με το μενού, που θα πληρώνονταν έξτρα, και να σου φέρνει το γκαρσόνι ένα χαρτάκι που γράφει με μολύβι το ποσό, και να βάζει εμφανώς στην πούγκα τα ριάλια.
Ίσως τα βλέπουμε αυτά επειδή δεν πηγαίνουμε σε απολύτως «κλασσικές» τουριστικές περιοχές.

(Τέλος πρώτου μέρους. Θα ακολουθήσει το δεύτερο, σε Χαττούσα, Καππαδοκία, Ικόνιο και Αττάλεια πιστέψτε με, θα είναι πιο ενδιαφέρον!)

Advertisements
No comments yet

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: