Skip to content

Όταν οι Τερράτες, πήγαν στην Τέρρα.

Οκτώβριος 7, 2015

Χρειάζεται να υπενθυμίσω κάποια πράγματα πρώτα. Σας συνιστώ να διαβάσετε στα γρήγορα αυτό «Τα σκουλούτζια της Τέρας» και αυτό: «Λάρνακας της Λαπήθου».
Η σχετικά απομακρυσμένη θέση του χωριού, του έδωσε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στην πολιτική του ιστορία, αλλά προκάλεσε τη δεκαετία του 90 και το ενδιαφέρον διαφόρων επισκεπτών, κυρίως από τη Λευκωσία, κάποιοι από αυτούς τους επισκέπτες, αιτηθήκαμε και αποκτήσαμε με ενοίκιο σπίτια στο χωριό, με αντάλλαγμα την ανακαίνιση και συντήρηση τους και τυπικά, βάσει συμβολαίου τουλάχιστον, χωρίς κανένα άλλο δικαίωμα επί της περιουσίας, όπως προστάζει το δίκιο και η πολιτική ορθότητα.
Μετά το άνοιγμα των καντζελιών, τον Απρίλη του 2003, αφήσαμε σημειωμένο σε εμφανές σημείο ένα αριθμό τηλεφώνου, τον οποίο χρησιμοποίησαν κάποιοι εκ των νομίμων κληρονόμων της ιδιοκτησίας του σπιτιού. Η συνεννόηση κατέληξε σε άλλη μια επίσκεψη, για γνωριμία, κουβέντα, να φάμε και να πιούμε. Αυτό έγινε τον Ιούνιο του 2003. Η συνάντηση ήταν στην αρχή διερευνητική, αλλά απ’ ότι θυμάμαι οι μπύρες και το κρασάκι χαλάρωσαν την ατμόσφαιρα.
Όταν μπήκαμε στα δύσκολα και έγινε αναφορά στο σπίτι, εγώ επέμεινα πως είναι δικό τους (παρά τις σπρωξιές της συζύγου). Η απάντηση τους ήταν περίπου αυτή: «να το σιαίρεστε, εμείς μεινίσκουμεν Λευκωσία, θάλασσα πάμε στην Τζερύνεια, δεν υπάρχει περίπτωση να έρθουμε ξανά πίσω». Ναι, ο διάλογος γινόταν στα ελληνικά, μέχρι και του ηλικιακού ορίου των παιδιών των υπέργηρων ιδιοκτητών που έμεναν στην Λεύκα και δεν είχαν έρθει.

Τότε.

Τότε.

Από τότε πέρασε πολύς καιρός. Δεν είχαμε δει ξανά τους «δικούς» μας, οι δικές μας επισκέψεις στο χωριό μειώθηκαν κατακόρυφα λόγω κυρίως της έλευσης των κοπελλουθκιών, κατά καιρούς έβλεπα σκόρπιους τουρκοκύπριους που γύρευαν ρίζες.
Τον περασμένο Αύγουστο ακούστηκε πως οργανωνόταν μαζική επίσκεψη των χωριανών στο χωριό τους. Τελικά λόγω ζέστης αναβλήθηκε και σχεδιάστηκε ξανά στις αρχές του Οκτώβρη.
Και η δική μας στοχευμένη, ταυτόχρονη  επίσκεψη ήταν μόνο για τη μέρα, αφού λόγω άλλων υποχρεώσεων δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Πήγα μόνος μου με τα μωρά. Στο δρόμο προσπαθούσα να τους εξηγήσω τι έγινε, γιατί έφυγαν οι κάτοικοι το 1975, τα δέχτηκαν μάλλον αδιάφορα, στο κάτω κάτω, για εκείνα η Τέρρα ήταν μόνο ένα κομμάτι των διακοπών, ήταν το μέρος που περνούμε διάφορα βολικά τριήμερα, είναι ένα μέρος που προσφέρεται για περιπέτεια και εξερεύνηση. Για ένα εντεκάχρονο, το ποιοι ζούσαν και που, πριν 40 χρόνια δεν είναι σημείο αναφοράς.
Στο δρόμο περάσαμε τρία τεράστια δικά μας λεωφορεία. Για κάποιο λόγο ήξερα πως ήταν οι χωρκανοί.
Και ήταν.
Στο σπίτι έπρεπε πρώτα να κυνηγήσουμε και να κάνουμε έξωση σε ένα τεράστιο κουρκουτά που μπήκε μέσα, δεν ξέρω από πότε, και αφυδατωμένος, κουρασμένος, πανικοβλημένος, δεν ήταν πολύ συνεργάσιμος. Καθαρίσαμε λίγο και ασχοληθήκαμε με τα του κήπου. Ο γιος αποδείχτηκε καλός κλαδευτής και με πολύ μεγάλη περηφάνια όλο μου έδειχνε ένα φραμό από ζουλλάτζιν που είχε καταφέρει να φορμάρει και να τον κάνει ολόισιο.
Μετά από κάποιο σημείο ακούσαμε από τους πάνω μαχαλλάδες, φωνές. Φωνές και κουβέντες πολλών ανθρώπων. Κάτι εντελώς ασυνήθιστο για την Τέρρα, η οποία κάποιες μέρες του χειμώνα μοιάζει εντελώς εγκαταλειμμένη. Μετά οι άνθρωποι άρχισαν να κατεβαίνουν προς τα κάτω. Μικρές ομάδες ήταν, περιλάμβαναν κατά κανόνα μεγάλα πλάσματα, 60 χρονών και πάνω, αλλά ήταν μαζί και παιδιά και εγγόνια πιθανότατα και δισέγγονα.

Οι γείτονες μας ήταν σε εγρήγορση, είχαν προσυνεννοηθεί και θα έκαναν το τραπέζι στους ιδιοκτήτες του σπιτιού (πόσο ειρωνική/σαρκαστική/προβληματική), ακούγεται αυτή η απλούστατη φράση…
Διακόσια πλάσματα ήρθαν λέει η Ντίνα, θα έρθουν και οι «δικοί» σας, δεν γίνεται. Η ίδια φαινόταν συγκινημένη. Φαντάζομαι πως θα είναι όταν θα πάμε και εμείς μαζικά στο Βαρώσι λέει…

Η ώρα περνούσε, αλλά δεν έρχονταν επισκέπτες. Ώσπου σε κάποια φάση με φωνάζει ο γείτονας, και μου συστήνει τους «δικούς» μας. Δεν ήρθαν με τα λεωφορεία. Είχαν έρθει με ένα καινούργιο υπερσύγχρονο διπλοκάμπινο.
Ήταν τρεις. Ο ένας ήταν από τους επισκέπτες του 2003, πιο στρογγυλεμένος, πιο άσπρο το κεφάλι, με θυμήθηκε και τον αναγνώρισα (τελικά). Αυτή τη φορά ήταν και ο πιο λιγομίλητος. Είμαι ο airline manager, λέει, με θυμάσαι;
Θυμηθήκαμε και τη συνάντηση του 2003, τους θύμισα και τη σχέση μου με τον Λάρνακα της Λαπήθου. Πράγματι λέει, οι περισσότεροι Τερράτες εκεί μένουν, κάπου 35%, οι άλλοι είναι διάσπαρτοι στη Λευκωσία, την Αμμόχωστο την Μόρφου.
Ο ξάδελφος από την Αυστραλία ήταν πολύ πιο χαλαρός. Γεννήθηκε το 1948 σε ένα σπίτι πιο κάτω, άνκαι ερχόταν και στο δικό μας σπίτι, στη θεία του, και έτυχε να κοιμηθεί και στο πάνω μπαλκόνι κάποιες καλοκαιρινές νύχτες “our summer bed”, λέει. Από μικρός όμως μετακόμισε στη Λεύκα με τους γονείς του, αφού ο παπάς του δούλευε στα μεταλλεία. Από τότε ερχόταν στην Τέρρα μόνο τα καλοκαίρια.
Ήταν και η μάνα του εκεί. Μια μικροκαμωμένη, θλιμμένη, γερασμένη και με εμφανώς κακή υγεία φιγούρα. Δύσκολα μετακινείτο, είχε μικρές πληγές στα πόδια και στο πρόσωπο, δε μιλούσε.
Στη χαλαρή μας κουβέντα με το γιο της απλώς παρακολουθούσε, όταν τους είπα να μπουν μέσα στο σπίτι, ακολούθησε μόνο εκείνη. Μέσα στην κουζίνα μίλησε: «εμεγάλωσες το, δαμαί κάτω εμαιρεύκαμεν» και είχε δίκιο, στο κομμάτι εκείνο του σπιτιού, που το παρέλαβα σε κατάσταση κατάρρευσης, φαίνονταν πράγματι μαυρισμένες πέτρες. Δεν το μεγάλωσα της λέω, το έκτισα ξανά εκεί που βρίσκονταν οι παλιοί τοίχοι.

Περίεργο, οι «δικοί» μας έβρισκαν κατά κανόνα πιο μικρά τα σπίτια τους…

Δεν είπε άλλα, κουνούσε τα χέρια, έδειχνε πάνω, έδειχνε τα δέντρα στον κήπο, έκανε αγώνα μέσα στο μυαλό της για να θυμηθεί ίσως κάτι, να απαντήσει ίσως σε κάποια ερωτήματα.
Δεν δέχτηκαν καν να κάτσουν στις καρέκλες που έβγαλα από το σπίτι. Δεν δέχτηκαν καν ένα ποτήρι νερό, ένοιωσα τύψεις που δεν το οργάνωσα καλύτερα να τους καλέσω να κάτσουμε να φάμε μαζί όπως τότε και να χαλαρώσουμε.
Ίσως όμως να μη μπορούμε πια να χαλαρώσουμε, δεν ξέρω.
Κάναμε ττόκκα, βγάλαμε και φωτογραφία.

Αυτή τη φορά δε χαμογελούσαμε, είχαμε ίσως όλοι στο μυαλό την ουσιαστική πάροδο και την ουσιαστικότερη φθορά της παρόδου του χρόνου. Το 2003 υπήρχε μια ατμόσφαιρα ενθουσιασμού και αισιοδοξίας. Αυτή τη φορά, που βάσει προδιαγραφών, έπρεπε να νοιώθουμε ακόμη πιο αισιόδοξοι και θετικοί, δε βγήκε κάτι ανάλογο.

Γιατί, ναι, οι «προδιαγραφές» είναι καλές, τα αστέρια ζευγάρωσαν, πολλοί «μαλάκωσαν», αλλά τίποτα δε θα είναι εύκολο – ώρες ώρες, όντας  αντιμέτωπος με τόσο μίσος και μιζέρια αναρωτιέμαι αν πρέπει να πάρουμε ρίσκο με τόσους πελλούς και φανατικούς γύρω μας.

Και μετά σε καταβάλλει ο εφιάλτης, πως το απευκταίο ίσως να ήταν πάντα το πιο εφικτό. Ο πήχης ως εκεί μπορούσε να ανέβει.

Γκρι

Γκρι

Ο γιος συνέχιζε να κλαδεύει αγνοώντας πλήρως το παρελθόν που συνέβαινε δίπλα του, η κόρη είχε πιο πολλή εμπλοκή, παρακολουθούσε με ενδιαφέρον τους διαλόγους. Συνόδευσε και τους «ξένους» μας κάτω από τα δεντρά προς το διπλοκάμπινο.

Πριν αρχίσουμε το ταξίδι της επιστροφής, εκτραπήκαμε και βαφτιστήκαμε στη χλιαρή θάλασσα της Κύπρου, Οκτώβρη μήνα.

Advertisements
2 Σχόλια leave one →
  1. AncientMariner permalink
    Οκτώβριος 7, 2015 08:29

    Πολύ συγκινητικό. Αποδίδεις το δυναμικό μεταξύ των δύο πλευρών πολύ αντιπροσωπευτικά κ’ ανθρώπινα.

    Αρέσει σε 1 άτομο

    • strovoliotis permalink*
      Οκτώβριος 8, 2015 07:08

      Ευχαριστώ. Το θέμα είναι ότι οι δυο «πλευρές» είναι υπαρκτές…

      Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: