Skip to content

Ο Γυρισμός του Ξενιτεμένου. (1/3)

Σεπτεμβρίου 8, 2016

Τους πρώτους μήνες του 2004 ήμουν ακόμη στέλεχος του Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών. Το Κίνημα εξέδιδε μια εφημερίδα με οικολογικά κυρίως θέματα, στην οποία ήμουν τακτικός αρθρογράφος. Εκτός από τα «κανονικά» άρθρα γνώμης, είχα αναλάβει και μια στήλη η οποία στόχο είχε την παρουσίαση των στίχων κάποιων τραγουδιών και το σύντομο σχολιασμό τους: «Ένα τραγούδι …κάμποσες λέξεις.»

.Βρήκα τρία κείμενα από εκείνη την περίοδο, δεν ξέρω αν είχα γράψει άλλο ένα ή δύο, αφού μετά το δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου αποχώρησα οριστικά από το Κίνημα και διέκοψα κάθε σχέση μαζί του.

Στο τρίτο κείμενο της σειράς, για τη «Συνέλευση των ποντικών», φαίνεται κιόλας γιατί *έπρεπε* να αποχωρήσω.  

 

 

 

Στίχοι: Γεώργιου Σεφέρη.

Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος.

Ερμηνεία: Λ. Χαλκιάς – Ι. Κιουρκτσόγλου.

 

Παλιέ μου φίλε τι γυρεύεις

Χρόνια ξενιτεμένος ήρθες

Με εικόνες που έχεις αναθρέψει

Κάτω από ξένους ουρανούς

Μακριά απ’ τον τόπο τον δικό σου

 

Γυρεύω τον παλιό μου κήπο

Τα δέντρα μου έρχονται ως τη μέση

Κι’ οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια

Κι όμως σαν ήμουνα παιδί

Έπαιζα πάνω στο χορτάρι

Κάτω από τους μεγάλους ίσκιους

Κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές

Ώρα πολλή λαχανιασμένος.

 

Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου

Σιγά σιγά θα συνηθίσεις

Θ’ ανηφορήσουμε μαζί

Στα γνώριμα σου μονοπάτια

Θα ξαποστάσουμε μαζί

Κάτω απ’ τον θόλο των πλατάνων

Σιγά σιγά θάρθουν κοντά σου

Το περιβόλι κι οι πλαγιές σου

 

Γυρεύω το παλιό μου σπίτι

Με τα ψηλά τα παραθύρια

Σκοτεινιασμένη απ’ τον κισσό

Γυρεύω την αρχαία κολώνα

Που κοίταζε ο θαλασσινός

 

Πως θες να μπω σ’ αυτή τη στάνη

Οι στέγες μου έρχονται ως τους ώμους

Κι όσο μακριά και να κοιτάξω

Βλέπω γονατιστούς ανθρώπους

Λες κάνουνε την προσευχή τους

 

Παλιέ μου φίλε δε μ’ ακούς

Σιγά σιγά θα συνηθίσεις

Το σπίτι σου είν’ αυτό που βλέπεις

Κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν

Σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου

Γλυκά να σε καλωσορίσουν

 

Γιατί είν’ απόμακρη η φωνή σου

Σήκωσε λίγο το κεφάλι

Να καταλάβω τι μου λες

Όσο μιλάς τ’ ανάστημα σου

Ολοένα  πάει και λιγοστεύει

Λες και βυθίζεσαι στο χώμα

 

Παλιέ μου φίλε συλλογίσου

Σιγά σιγά θα συνηθίσεις

Η νοσταλγία σου έχει πλάσει

Μια χώρα ανύπαρκτη με νόμους

Έξω απ’ τη  γη και απ’ τους ανθρώπους

 

Πια δεν ακούω τσιμουδιά

Βούλιαξε και ο στερνός μου φίλος

Παράξενο πως χαμηλώνουν

Όλα τριγύρω κάθε τόσο

Εδώ διαβαίνουν και θερίζουν

Χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα.

 

Μάλλον ήμουν αγέννητος όταν γράφτηκαν τα πάρα πάνω λόγια. Και όταν μελοποιήθηκαν πριν από τρεις δεκαετίες, και όταν  άκουσα για πρώτη φορά το τραγούδι στο πρόγραμμα του Μιχάλη του Πασιαρδή, ένα απόγευμα Πέμπτης – ήταν η μέρα που κάναμε το εβδομαδιαίο μας μπάνιο τότε, κάτι  αποτυπώθηκε στο μυαλό μου. Δεν θάταν οι στίχοι, γιατί ο Σεφέρης μάλλον απευθύνεται σε μεγαλύτερα μωρά – κυριολεκτικά και ηλικιακά, – σε σύγκριση με εκείνο που ήμουν εγώ τότε. Θα ήταν η γλυκύτατη και συναισθηματικά φορτισμένη ερμηνεία του Χαλκιά, ή απλώς η μουσική ενός από τα καλύτερα τραγούδια του Μαρκόπουλου.

Και όλα αυτά τα λόγια μας συνέθλιψαν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο κατά το έτος 2003, το σημαντικότερο έτος από το 1974. Ήταν η επιστροφή, όχι ως λαβωμένοι αλλά δικαιωμένοι πολεμιστές, αλλά ως άταχτα μωρά που κάνουν στα κρυφά κάτι που τραβά η ψυχούλα τους, αλλά ξέρουν πως θα τα μαλώσει η μάνα τους. Ήταν οι αναφορές όλων εκείνων που περίμεναν να δουν λόφους και βρήκαν πεζούλια, εκείνων που άφησαν σπίτια  και βρήκαν στάνες… Ήταν ακόμα οι αρχαίες κολώνες, σκεπασμένες από την βρωμιά και την αφροντισιά, που για κάποιους ήταν πάντα ντυμένες με κισσό. Ήταν οι εικόνες, που βρήκαμε, και που ισοπέδωσαν αυτές που είχαμε κρατήσει στο μυαλό μας.

Ήταν ακόμα η αναπόδραστη συνειδητοποίηση, για πολλούς δυσκολοχώνευτη και αποκρουστική, , πως σιγά – σιγά θα συνηθίσουμε, ο χρόνος ο αναπόφευκτος χρόνος δεν χαρίζει. Ήταν και εκείνοι  που έλειπαν, εκείνοι που έφυγαν νωρίς  και δεν μπορούσαν να νοιώσουν τίποτα. Τα δρεπανηφόρα άρματα θέρισαν ζωές, μνήμες, το ζειν ολόκληρων γενιών Κυπρίων.

Εγώ δε γύρισα αφού δεν είχα φύγει ποτέ. Ήμουν πάντα στον Στρόβολο, και ήταν πάντα η Κύπρος μου. Και τώρα επιστρέφω, και εκεί, για να την μάθω και να την αγαπήσω όσο ήθελα πάντα, και όσο ήξερα πάντα.    

13/1/04

Advertisements
No comments yet

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: