Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μια Δευτέρα

25 Ιουνίου, 2020
Ένα από τα πιο αηδιαστικά θεάματα είναι τα απομεινάρια από κόκαλα μεγάλων ψαριών, δίπλα από τον κάλαθο, από δύο νύχτες προηγουμένως.
Θυμάμαι τα βρίσκαμε κάθε Δευτέρα που πηγαίναμε με τον μακαρίτη τον παπά μου έξω από το εστιατόριο που κάναμε διάλειμμα από τη δουλειά.
Έβρισκε πάντα χώρο να σταθμεύει κοντά τους καλάθους, νομίζω τότε δεν υπήρχαν αυτοί οι πράσινοι κάδοι μπορεί και να μην υπήρχαν καν κάλαθοι ή βαρέλια, μπορεί να ήταν μόνο τα μαύρα σακούλια που «εξερευνούσαν» οι γάτες, για να πάρουν το γεύμα τους. Και πάντα εκεί που κατεβαίναμε ένιωθα μία αηδία, αφού χρειαζόταν κάποτε να πατούμε πάνω στα κόκκαλα.
Αυτό προσέθετε στη γενικότερη δυσφορία μου γιατί σίγουρα πριν από τέσσερις δεκαετίες ένας βούτυρος Στροβολιώτης δεν χαιρόταν να τρέχει από εδώ και από εκεί βοηθώντας τον παπά του στη δουλειά. Ήθελε άλλα.
Μία δουλειά που είχε πάντα ανάγκη τα ταξίδια σε άλλες πόλεις και την επίσκεψη σε πελάτες. Δεν το έζησα αλλά θυμάμαι που μας έλεγε πως πριν τον πόλεμο πήγαινε στην Αμμόχωστο από το δρόμο που ακολουθούσε την πορεία του ήλιου και τον είχε πρωί-πρωί απέναντι, να τον στραβώνει και τον είχε απέναντι του να τον στραβώνει και το απόγευμα που επέστρεφε στη Λευκωσία.
Ο νους πήγε σε μία άλλη μνήμη, μετά τον πόλεμο, που γίνονταν πάλι ταξίδια, αλλά όχι στην Αμμόχωστο. Θυμάμαι πως το χαρακτηριστικό τότε ήταν μια ησυχία, μια υποθέτω κακή ησυχία από επαγγελματικής πλευράς, αφού σίγουρα χρειαζόταν πολλή προσπάθεια τότε να ξαναχτιστούν όσα είχαν χαθεί, αλλά ήταν και μία ερημική ησυχία εκεί που πηγαίναμε. Ο παπάς έπαιρνε κάθε πρωί καλοκαιρινής Δευτέρας την οικογένεια, μας άφηνε σε ένα μοναχικό κέντρο πριν από την Δεκέλεια, αν θυμάμαι καλά, όπου τις παραπάνω φορές δεν υπήρχε κανείς άλλος εκεί. Η μάμμα και οι δύο γιούδες περνούσαν εκεί τη μέρα μέχρι να φανεί ξανά ο παπάς αργά το απόγευμα για να πάμε πίσω Λευκωσία.
Συνεχίζω και εγώ τα ταξίδια, πολύ σπάνια το καλοκαίρι με συνοδεύει και κάποιο από τα Κ, η έμφαση – δυστυχώς- στο σπάνια, προσπαθώ να τα πείσω, αλλά συνήθως δεν δουλεύει, νιώθω λύπη αλλά θυμάμαι ότι και εγώ τότε στην ηλικία τους το ένιωθα ως ταλαιπωρία και αναγκαστική «βοήθεια». Θέλουν και τα Κ, άλλα.
Δεν ξέρω αν θα βρεθεί κάποιο Κ να κάνει αυτά τα ταξίδια σε 5-10 χρόνια από σήμερα.
Θα ήθελα; Δεν ξέρω.
Αν τελικά θέλουν, μπορεί και να μην θέλω εγώ, αφού βαθιά μέσα στην ψυχή μου νομίζω προτιμώ και επιθυμώ να κάνουν κάτι εντελώς διαφορετικό, μακριά από εμάς, μακριά από εδώ, χωρίς συναισθηματισμούς χωρίς ψυχαναγκασμό με μόνο κριτήριο τη δική τους ευφυΐα και ικανότητες.
Ζουν στη δική τους γένια στο δικό τους κόσμο τόσο μακριά από αυτά που ξέρουμε και νοιαζόμαστε. Φυσικά, ναι, νιώθω κάποτε παράπονο, είναι η μοίρα του γονιού να επιθυμεί να έχει τα παιδιά του μαζί όσο μπορεί, όσο γίνεται και φυσικά νιώθει παράπονο όταν διαπιστώνει το χάσμα γενιάς που είχε βεβαίως λειτουργήσει και αντίστροφα πριν κάμποσα χρόνια όταν ήταν εκείνος παιδί.
Και έρχεσαι να συγκρίνεις: μια γεμάτη ζωή, σοφία, εμπειρία από τη μια και ανεμελιά, ανευθυνότητα και πάνω απ’ όλα χρόνος από την άλλη.
Συγκρίνεται;
Παράπονο ένιωσα πιο έντονα και τις προάλλες που γιόρταζε ο «πατέρας». Εντάξει τυπικά όλα αυτά, έβλεπα όμως όλες αυτές τις εικόνες, τις περιγραφές φίλων με τον παπά τους, με τους γονιούς τους που εγώ δεν έχω, και ναι, μπορεί να ακούγεται υπερβολικό να πεις ότι τους έχασες όλους μεταξύ 30 και 40, κανείς δεν θα πει, «κρίμα το ορφανό», αλλά αυτές τις μέρες κάτι σαν ζήλια έρχεται στην ψυχή.
Λες από τη μια δεν έχω κανένα πριν από μένα να ανησυχώ και να νοιάζομαι, τα Κ μετά από μένα υπάρχουν στο δικό τους κόσμο, στη δική τους πορεία, μπορεί κάποτε να έρθουν κοντύτερα, μπορεί κάποτε να έχουν περισσότερη ανάγκη τούς γονιούς τους, προς το παρόν όμως έχουν την πλήρη μου κατανόηση.
Την ώρα όμως που κάνω αυτές τις σκέψεις το κενό είναι δεδομένο, πριν και μετά, και μοιραία αναρωτιέμαι μήπως για αυτό ξεκινήσαμε; Μήπως τελικά είναι στόχος αυτό το «κενό»;
Γιατί το πίσω κενό δεν αλλάζει, είναι υπόθεση κλειστή, το μπροστά κενό μπορεί και να σημαίνει πως αυτοί που νοιάζεσαι πήραν ήδη το δρόμο τους και δεν σε χρειάζονται.
Άρα, τελειώνεις. Τελειώνεις;
……………………….
Αγοράζω καφέ και κάνω μικρό διάλειμμα κοντά στο κύμα, ο άνεμος πραγματικά λυσσομανά τον φοβάσαι τέτοιο καιρό αλλά κάπου εκεί παίρνεις και απάντηση. Πάντα αναρωτιόσουν πώς γίνεται όλο το χειμώνα να βγάζει προς τα έξω τόση άμμο η θάλασσα, αλλά η παραλία περίπου να μένει πάντα η ίδια. Τώρα βλέπεις δεκάδες μικρούς στροβίλους από ξηρή άμμο να παρασύρονται από τον έντονο άνεμο πίσω, μέσα στο νερό, να βυθίζεται στον πάτο να βγάλει το καλοκαίρι και να ανέβει πάλι πίσω στην παραλία με τα κύματα και τις τραμουντάνες του Νιόβρη.
No comments yet

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: