Μετάβαση στο περιεχόμενο

Η Ρούλα, που έκανε καταδύσεις.

1 Αυγούστου, 2021

Η Ζαχαρούλα Ανδρέου ξεκίνησε την επίσημη ενήλικη της ζωή με ένα θρίαμβο. Τη μέρα των 18ων της γενεθλίων, έτυχε να αποφοιτούσε από το περιφερειακό λύκειο.

Και ήταν η άριστη των αρίστων. Και το χάρηκε. Όλες της οι φίλες την αγκάλιαζαν και την φιλούσαν. Είχε καταφέρει τον ψηλότερο γενικό στη χρονιά της.

Και ήταν χαρούμενη γιατί ένοιωσε αναγνώριση. Η εφηβεία της βλέπετε, δεν ήταν σπουδαία. Ήταν πάρα πολύ καλή στα γράμματα, δεν χρειαζόταν πολύωρα διαβάσματα για να είναι καλή, μόνο λίγο παραπάνω για να είναι η πρώτη. Δεν ήταν όμως το στυλ του κοριτσιού που ήταν δημοφιλές με τις άλλες και τους άλλους.

Επειδή όμως το μυαλό της έκοβε, έκοβε νωρίτερα και καλύτερα από τους πλείστους συνομήλικους της, είχε γνώση και συνείδηση πως ναι με ήταν καλή, αλλά… Αλλά κάτι έλειπε. Η ζωή της στα τρυφερά εκείνα χρόνια της εφηβείας ήταν βασικά άδεια. Ήταν και λίγες οι επιλογές.

Η πρώτη καφετέρια στο χωριό έτυχε να ανοίξει μόλις εκείνη τη χρονιά της αποφοίτησης της. Μέχρι τότε η μόνη της έξοδος ήταν στην ψαροταβέρνα του θκειού της, στην παραλία κάτω από το χωριό.

Κάποτε δούλευε, κάποτε κολυμπούσε, κάποτε έπαιρνε και τη μάσκα του μεγάλου αδελφού και έβλεπε τον βυθό.

Και κάποτε ξεχνιόταν βλέποντας τον βυθό και κολυμπούσε πέρα από τις σημαδούρες, μια μέρα είχε ακολουθήσει μια χελώνα μέχρι τον επόμενο κόλπο. Και σχεδόν να φάει πάτσους από τον παπά της όταν επέστρεψε μετά από πάρα πολλή ώρα.

Μια δυο φορές εκεί που κολυμπούσε είχε συναντήσει τυχαία τον μικρό γιο των γειτόνων, τον Μιχάλη.  Δυο χρόνια πιο μεγάλος της, ήδη στη δουλειά από τα 16, είχε το θάρρος και το θράσος να κάνει ό,τι θέλει. Δεν άρεσε  το κολύμπι στον Μιχάλη. Του άρεσε το Jet ski και με εκείνο το μηχάνημα προσπαθούσε να εντυπωσιάσει τη Ζαχαρούλα που την είχε ξεχωρίσει χρόνια τώρα. Ήταν προσεκτικός όμως, έλεγε, ακόμη και όταν έμπαινε μέσα στη ζώνη των σημαδούρων.

…..

«Σας προσκαλούμε στη γαμήλια τελετή των παιδιών μας, Μιχάλη και Ζαχαρούλας».

Μέχρι την επόμενη Άνοιξη που έγινε ο γάμος είχε ολοκληρωθεί και το ανώι, πάνω από το οικογενειακό σπίτι.

Τρία χρόνια αργότερα η Ζαχαρούλα και ο Μιχάλης είχαν αποκτήσει και δυο όμορφα αγοράκια.

Από εκεί και πέρα, τα πράγματα κύλησαν μάλλον μονότονα για τα επόμενα πολλά χρόνια.

Ο Μιχάλης ήταν καλός τεχνίτης και είχε ήδη γίνει το δεξί χέρι του μάστρου του. Άντεξε στον πειρασμό και δεν άνοιξε δική του δουλειά, αφού ο μάστρος ήταν αρκετά ανοικτόμυαλος για να του δώσει αρκετά κίνητρα να μείνει μαζί του. Άλλωστε, σε χωριό ζούσαν, οι δουλειές δεν ήταν άπειρες.

Αλλά ο Μιχάλης βαριόταν εύκολα. Βαριόταν τα μωρά, έστω και αν έλεγε πως τα αγαπούσε, βαριόταν τους περιορισμούς που έφεραν τα μωρά, του άρεσαν τα ξενύχτια, του άρεσε το sex and drugs and rock n roll.

Η Ζαχαρούλα βράχος, είχε μπει στο λογιστήριο μιας μεγάλης εταιρείας που ασχολείτο με μάρκες πολυτελείας, πήγαινε κάθε μέρα στην πόλη, τα μωρά τα πρόσεχε η γιαγιά και ο παππούς, το απόγευμα το είχε κερδίσει από το δικό της μάστρο, που επίσης της έκανε χάρες γιατί την θεωρούσε απαραίτητη στη δουλειά.

Σύντομα άρχισαν τα μαθήματα, τα ιδιαίτερα, οι τέχνες, οι ασκήσεις. Σε όλα ήταν εκεί η Ζαχαρούλα. Τα αγόρια μεγάλωναν γρήγορα, αγαπούσαν τους γονείς τους, περισσότερο τη μάνα τους που έβλεπαν περισσότερο.

Γιατί ο Μιχάλης, όλο και λιγότερες ώρες έμενε στο σπίτι.

…..

Εκτός από τα μωρά όμως, η Ζαχαρούλα έβλεπε και την καριέρα της. Δεν έχανε σεμινάριο, δεν έχανε ευκαιρία να ενημερωθεί για ό,τι καινούργιο έβγαινε.

Δεν είχε μεν το προφίλ της σπουδαγμένης, αλλά σύντομα είχε τις απαραίτητες γνώσεις κτισμένες μάλιστα μέσα στην πολύτιμη πρακτική εμπειρία.

Είχε γίνει πολύτιμο κεφάλαιο στην εταιρία που δούλευε και απέκτησε την πλήρη εμπιστοσύνη και εκτίμηση όλων των αρχαιότερων της σε ηλικία και ιεραρχία.

Η Ζαχαρούλα τους έβλεπε όλους εκείνους, τους άκουγε, άρχισε να παρακολουθεί τις συζητήσεις. Ένας από τους μαστόρους είχε και περιστασιακή πολιτική εμπλοκή και έτσι έμαθε και για τα κοινά.

Και απέκτησε γνώσεις και λόγο για ζητήματα πολύ πέραν της δουλειάς της.

Γνώρισε και τους μαστόρους πιο ψηλά από τους μαστόρους.

Κάθε καλοκαίρι ο ιδιοκτήτης μιας από τις εταιρείες πολυτελών ειδών που πουλούσαν,  ερχόταν με το σκάφος του. Τα πρώτα χρόνια ήταν και η οικογένεια του μαζί. Μετά μεγάλωσαν τα κοπελλούθκια, χώρισε, ποιος ξέρει; Δεν τους είχε δει ξανά.

Στον Tobias άρεσε πολύ η θάλασσα της Μεσογείου.

Κάθε καλοκαίρι, απασχολούσε τους τοπικούς αντιπροσώπους όσο το δυνατόν λιγότερο. Μετά ζούσε τη ζωή του από το σκάφος που άφηνε στην κοντινή μαρίνα. Έλεγε πως δούλευε κιόλας – μέσω του υπολογιστή.

Όλοι ήξεραν όμως τι έκανε. Κάθε βράδυ στις ταβέρνες με το πιο εκλεκτό ψάρι και κρασί – είχε την περίεργη εντύπωση πως το πιο ακριβό κυπριακό κρασί θα ήταν καλύτερο από ένα μέσης τιμής ιταλικό. Κάποτε πήγαινε και στην ταβέρνα του θείου. Και κάποιες φορές βρέθηκαν και με τη Ζαχαρούλα που όταν χρειαζόταν, βοηθούσε την οικογένεια.

Με τέτοιες συνήθειες, τον Tobias, τον αγαπούσαν όλοι οι ταβερνιάρηδες.

Το υπόλοιπο των ημερών του, το περνούσε στο νερό. Και κάτω από το νερό. Του άρεσαν πολύ οι καταδύσεις, ήταν εδώ και χρόνια επαγγελματίας δύτης και απολάμβανε στο μέγιστο το σπορ του.

Στο γραφείο, έβλεπαν τις περιπέτειες του από τα κοινωνικά δίχτυα. Η Ζαχαρούλα δεν είχε ιδέα για αυτά και βασιζόταν στις μικρότερες της κοπέλες που τα ήξεραν όλα και τα έλεγχαν όλα.  Μια χαλαρή μέρα στη δουλειά, η Ανδρούλα στο διπλανό γραφείο της έδειξε τις φοβερές φωτογραφίες από τις καταδύσεις του Tobias και τη ρώτησε αστειευόμενη αν ήθελε να ανοίξει και εκείνη λογαριασμό, για να τον βλέπει στο δικό της υπολογιστή.

Η Ζαχαρούλα ξαφνιάστηκε, αλλά απάντησε: Γιατί όχι; Μπορείς να με βοηθήσεις;

Πολύ σύντομα ο λογαριασμός της ήταν ενεργός. Δεν έβαλε το όνομά της, έβαλε κάτι σχετικό με το όνομα της, μάλλον αντέστρεψε το Ρούλα, το χωριάτικο υποκοριστικό της και επέμεινε στο αρχικό του πατρώνυμου της:  Larou.A. Δεν ήθελε να την αναγνωρίσουν έλεγε, μετά από ένα σημείο μάλιστα, αρνείτο πως ο Larou.A ήταν ο δικός της λογαριασμός.

Η Ζαχαρούλα όμως, άρχισε έτσι να παρακολουθεί τον κόσμο, να διαβάζει, να βλέπει τα σχόλια και τις συζητήσεις, να επικοινωνεί. Με ένα νέο, ειδικό και πολύ προσωπικό τρόπο. Που την εξίταρε πάρα πολύ.

Ανέβαζε φωτογραφίες της θάλασσας και αυτά τα αφελή «να έχετε μια όμορφη μέρα» και να «βάλετε αγάπη στην καρδιά σας».

…….

Εν τω μεταξύ η Ζαχαρούλα μεγάλωσε. Το ίδιο και τα αγόρια. Τα αγόρια είχαν κληρονομήσει την εξυπνάδα και το οργανωτικό μυαλό της μάνας τους και τον άστατο χαρακτήρα του μάγκα του παπά τους. Μετά τον στρατό πήγαν ο ένας στην Πάτρα ο άλλος στη Θεσσαλονίκη και βασικά έμειναν εκεί. Πολύ σπάνια θυμόνταν τους γονιούς και το χωριό.

Ο Μιχάλης ζούσε στον κόσμο του και με τον τρόπο του. Η Ζαχαρούλα στο γραφείο και στο σπίτι. Και στο laptop της.

Εκείνη την άνοιξη είπε να πάρει τη ζωή της ένα βήμα  πιο μπροστά. Μέσω ενός συναδέλφου που συνόδευε κάποτε τον Tobias στις καταδύσεις βρήκε μια σχολή και άρχισε να κάνει μαθήματα. Δεν χρειαζόταν να μένει σπίτι για τα κοπελλούθκια πλέον, αλλά τα κεκτημένο του δικού της απογεύματος ακόμη ίσχυε.

Έτσι έμαθε τις καταδύσεις.

Ακολουθούσε τους συνήθεις κανόνες ασφάλειας, αλλά κάποτε έκανε και το δικό της. Έπαιρνε το SUV  του Μιχάλη και βουτούσε μόνη, σε έρημες παραλίες, μακριά από τον κόσμο, αλλά δεν κατέβαινε σε επικίνδυνα βάθη.

Ο Μιχάλης, ούτε που καταλάβαινε. Συνέχισε τη ζωή του, ήταν ακόμη καλός στη δουλειά του, αλλά άρχισε να φθίνει: τσιγάρο και ποτό έφτασαν να είναι τα μόνα του ενδιαφέροντα.

…..

Ο Tobias άργησε να έρθει εκείνο το καλοκαίρι.  Φαινόταν πιο κουρασμένος και πιο γερασμένος. Η Ζαχαρούλα σκέφτηκε να του στείλει μήνυμα και να τον ρωτήσει τι συνέβη.

Έκανε τις τυπικές του επαφές και μετά χάθηκε. Δεν τον έβλεπαν ούτε στις ταβέρνες εκείνη τη χρονιά.

……

Τελευταία Κυριακή του Αυγούστου και η ζέστη ήταν ακόμη στο φόρτε της. Ο Μιχάλης κοιμόταν όταν η Ζαχαρούλα ετοίμασε τα πράγματά της.  Κατευθύνθηκε σε εκείνη την πιο έρημη περιοχή, εκεί στην παραλία με τις πολλές πέτρες. Ήταν πράγματι μόνη, οι άλλοι κολυμβητές ακόμα κοιμούνταν. Άφησε το αυτοκίνητο κυριολεκτικά δυο μέτρα δίπλα από το νερό.

Έβαλε τη στολή και τα άλλα απαραίτητα και μπήκε σιγά σιγά στο νερό. Ήταν αστείο να την έβλεπες εκεί τόσο κοντά στην ακτή, πλήρως εξοπλισμένη να παλεύει να βυθιστεί και να είναι αδύνατο να το κάνει.

Και μετά κολύμπησε, τραβώντας τη σημαδούρα της, εκεί μακριά, στα βαθιά.

…..

Το SUV  το βρήκαν το απόγευμα της επόμενης. Το είχε αναζητήσει ο Μιχάλης μόλις το πρωί της Δευτέρας που θα πήγαινε δουλειά. Δεν βρήκαν ποτέ τα κλειδιά.

Ούτε τη Ζαχαρούλα.

Ήταν πλέον αγνοουμένη.

Έψαξαν. Αρκετά μάλιστα. Αλλά δεν τη βρήκαν. Δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά που δεν βρήκαν μια αγνοούμενη γυναίκα.

……

Οι συνάδελφοι δεν την ξεχνούσαν. Με κάθε ευκαιρία την έψαχναν, προσπαθούσαν να μάθουν κάτι. Η προσεκτική Ανδρούλα έλεγχε κάθε λίγο τον λογαριασμό Larou.A. Έστελνε μηνύματα. Δεν τα διάβαζε κανείς. Μήνες μετά, πρόσεξε ξαφνικά πως ο λογαριασμός άλλαξε  όνομα. Έγινε Larou.Τ. Και είχε μια νέα σειρά «φίλων». Ελάχιστους από τους παλιούς.

Τα μηνύματα έμεναν ακόμη αδιάβαστα.

Έξι μήνες αργότερα έγινε και μια νέα ανάρτηση.

Μια φωτογραφία θαλασσινή.

Στο φόντο ήταν κάτι που έμοιαζε με  σκανδιναβικό φιόρδ. Και ήταν χειμωνιάτικο τοπίο.

One Comment leave one →
  1. 2 Αυγούστου, 2021 07:08

    Μπράβο, Γιάννο! Μπράβο και στη Ζαχαρούλα!

    Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: