Μετάβαση στο περιεχόμενο

Δέκα χρόνια οπισθοδρόμησης είναι αρκετά!

Σεπτεμβρίου 16, 2013

Πράγματι, ο τίτλος διαβάζεται ως μάλλον ισοπεδωτικός. Αλλά ναι, θεωρώ πως τα πέντε χρόνια που είχαμε για πρόεδρο τον Τάσσο Παπαδόπουλο, που συνέπεσαν μάλιστα με την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ και την απώλεια της μεγαλύτερης ευκαιρίας που υπήρξε ποτέ για τη διευθέτηση του μεγάλου άλλοθι, ήταν μαύρα και οπισθοδρομικά. Λόγω του εθνικισμού και του έμφυτου συντηρητισμού που χαρακτήριζε τον τότε πρόεδρο. Η μακροπρόθεσμη ζημιά εκείνων των πέντε χρόνων είναι δύσκολο να υπολογιστεί.

Ο Τάσσος Παπαδόπουλος ήταν επιλογή του ΑΚΕΛ.

Και ο επόμενος πρόεδρος ήταν επιλογή του ΑΚΕΛ. Ήταν μάλιστα ο Γενικός του Γραμματέας.

Έχω χρησιμοποιήσει χιλιάδες λέξεις για να περιγράψω τα αισθήματα που είχα για αυτό τον πρόεδρο: από την προοπτική που είχε δημιουργήσει αναφορικά με τη λύση του Κυπριακού μετά την καταιγίδα Τάσσου, το κατόρθωμα του να εξανεμίσει κάθε ελπίδα προς αυτή την κατεύθυνση, και μετά την συστηματική καταστροφή της οικονομίας του τόπου. Όχι, δεν το έκανε λόγω ιδεολογίας. Το έκανε για τον ίδιο λόγο που απέτυχε στο Κυπριακό, αλλά δεν θα το γράψω *και εδώ* σεβόμενος τους αναγνώστες που τον συμπαθούν ακόμη.

Ο Τάσσος και ο Χριστόφιας όμως είναι παρελθόν. Ο ένας από τους δυο μάλιστα, είναι τόσο πολύ παρελθόν που δεν μπορεί να μας ενοχλεί πλέον με τις παρεμβάσεις του.

Τώρα έχουμε άλλο πρόεδρο, τον Νίκο Αναστασιάδη ο οποίος εξελέγη και με τη δική μου ψήφο. Αυτή η παραδοχή δημιουργεί δυο υποχρεώσεις: σε εμένα δημιουργεί την υποχρέωση να παρακολουθώ και να ελέγχω τον πρόεδρο, δίνοντας του ίσως και λιγότερη πίστωση χρόνου από όση είχα δώσει στους δυο προηγούμενους που δεν είχα ψηφίσει. Δημιουργεί όμως και υποχρέωση στο Νίκο Αναστασιάδη να σεβαστεί εμένα και όσους άλλους τον τίμησαν με τη ψήφο τους.

Και ενώ ο πρόεδρος δύναται να αντιτάξει ένα πελώριο άλλοθι και μια σειρά έγκυρων δικαιολογιών αναφορικά με αυτά που έγιναν από τη μέρα της εκλογής του, φτάνει κάποτε η στιγμή να αναλάβει τις δικές του ευθύνες, και να λογοδοτήσει υπεύθυνα. Γιατί όσο και αν αναγνωρίζω τις τραγικές συνθήκες κάτω από τις οποίες ανέλαβε καθήκοντα, τα *ανέλαβε* αυτά τα καθήκοντα, είναι ο πρόεδρος και πρέπει να κυβερνήσει.

Και πρέπει να κυβερνήσει στη βάση των προσδοκιών των ψηφοφόρων του. Αυτός ο ψηφοφόρος που γράφει εδώ μέσα νοιώθει σήμερα την ανάγκη να αναφερθεί σε τρία ανησυχητικά στοιχεία που καταγράφονται ως αρνητικό ξεκίνημα, με ή χωρίς τα άλλοθι και τις δικαιολογίες που του προσέφερε η προεδρεία Χριστόφια.

  1. Κυπριακό. Αντιλαμβάνομαι τη λογική των πατριωτικών, μαξιμαλιστικών δηλώσεων. Έχει μαζί του το ΔΗΚΟ, όπως δηλαδή και ο προηγούμενος, και ο προ-προηγούμενος. Μετά από ένα σημείο όμως χάνεται και αυτό το επιχείρημα. Όσο περνούν οι μέρες και οι εβδομάδες νοιώθω πως παθαίνει και αυτός την ίδια ασθένεια που είχε ο Χριστόφιας: ναι, θα ήθελα να προσπαθήσω να το λύσω, αλλά άσε πρώτα να βράσει λίγο την προεδρική καρέκλα ο κώλος μας. Ο ορθολογισμός μου με αναγκάζει να κάνω αυτό το σχόλιο, η ψυχή μου ακόμα εμπιστεύεται το Νίκο Αναστασιαδη, και αναμένω έργα.
  1. Παιδεία. Με υπουργό από το ΔΗΚΟ, δεν ήταν δυνατό να περιμένει κανείς πολλά πράγματα, αλλά η συστηματική εμπλοκή της εκκλησίας, η εμμονή του αρχιεπισκόπου και να έχει γνώμη και να την επιβάλλει είναι εξόχως προβληματική. Αντιστοίχως προβληματική είναι και η ανταποδοτικότητα με την οποία αντιμετωπίζεται από την κυβέρνηση και ιδίως τον υπουργό Κυριάκο Κενεβέζο. Η παιδεία δεν είναι δουλειά της εκκλησίας, τα κοπελλούθκια μας χρειάζονται γνώση και επιστήμη – όχι προβληματικά δόγματα και φτηνή προπαγάνδα. Ολόκληρο κατεβατό που μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ανάγκασε ο αρχιεπίσκοπος τους γέρημους τους παπάδες να αναγνώσουν στις εκκλησίες χτες. Για το θέμα αυτό προτείνω και το άρθρο του Λεόντιου Φιλοθέου.
  1. Αβέρωφ. Ο άνθρωπος είναι νομίζω αρκετά έξυπνος για να διαψεύσει αυτά που του αποδίδονται. Αλλά προς το παρόν δεν το κάνει. Και φαίνεται πως ο νέος αρχηγός του ΔΗΣΥ παρεκκλίνει σαφώς από την φιλελεύθερη, φιλολυσική πολιτική Κληρίδη, Αναστασιάδη, και τείνει προς τον παλιό Συναγερμό, τον συντηρητικό Συναγερμό των καπετανάτων, των μεγάλων συμφερόντων και του εθνικισμού – μέρος μόνο δηλαδή της εκλογικής του βάσης, αγνοώντας τους πολλούς φιλελεύθερους αστούς που τον έστειλαν στα ψηλά εκλογικά ποσοστά που απολαμβάνει. Χαρακτηριστική για αυτό το θέμα ήταν και η παρέμβαση του Χρίστου Πουργουρίδη στον Πολίτη το Σάββατο. Επαναλαμβάνω πως θεωρώ τον Αβέρωφ πολύ έξυπνο για να συμπεριφέρεται τόσο στενόμυαλα. Αλλά αν φανεί τις επόμενες βδομάδες πως επιμένει στη θέση του για προστασία των κακών επιχειρηματιών, αν επιμένει στη μη διαίρεση της Τράπεζας Κύπρου με αφαίρεση αυτών των  βαριδιών που την κάνουν προβληματική και μη βιώσιμη, τότε θα έχει ήδη αποτύχει στη θέση που ανέλαβε. Και θα είναι κρίμα. Και φυσικά μπορεί να πει κάποιος πως ο Αβέρωφ κάνει απλώς τη δουλειά του. Ο πρόεδρος και η κυβέρνηση όμως οφείλουν να κρατήσουν διακριτές αποστάσεις από τις μη εποικοδομητικές του θέσεις.

Είναι πολύ πιθανό ένα από τα πρώτα σχόλια που θα εμφανιστούν εδώ να αναφέρουν: I told you so. Ναι, κάποιοι το είπαν, και ναι, ήταν ένα ενδεχόμενο να αποδειχτεί κατώτερος των περιστάσεων ο Νίκος Αναστασιάδης, ήταν δυνατόν να κάνει τη συντηρητική τροφή.

Δυστυχώς όμως, τη μέρα που ψηφίζαμε ήταν με διαφορά η καλύτερη επιλογή.  Και δέκα χρόνια οπισθοδρόμησης ήταν πολλά.

Υ.Γ. κάπως σχετικό με το σημείο 2 είναι και αυτό το βίντεο που ανακάλυψα και αφορά ένα παπά. Πρέπει να το δείτε ολόκληρο για να φρίξετε πλήρως:

 

Αυτοί, οι ασυγχώρητοι φιλελεύθεροι.

Σεπτεμβρίου 13, 2013

Η συνειδητοποίηση ήρθε μια Κυριακή πρωί πριν από αρκετούς μήνες. Ηταν  ένας καλός φίλος, απόλυτος ομοϊδεάτης στο βασικό άλλοθι της Κύπρου, το εθνικό μας πρόβλημα, και εν πολλοίς ομοϊδεάτης στα λοιπά, οικονομικά – κοινωνικά ζητήματα. Μα γιατί, με ρωτά, εδώ και πολύ καιρό στο μπλοκ σου (και στο ΦΒ) τσακώνεσαι μόνο με αριστερούς αντί με εθνικιστές και ακροδεξιούς;

Είναι η υποκρισία είχα απαντήσει, η πολλή υποκρισία (ή έτσι θα έπρεπε να είχα απαντήσει).

Ο καλός φίλος είχε δίκιο. Πέντε χρόνια αθλιότητας Χριστόφια, δέκα χρόνια αθλίων επιλογών του ΑΚΕΛ, άλλαξαν ουσιαστικά το περιεχόμενο των πολιτικών αντιπαραθέσεων – για άσους από εμάς αρνούνται να σκέφτονται πακετοποιημένα.

Η ουσιαστική διαφοροποίηση συντελέστηκε το καλοκαίρι του 2011 μετά την καταστροφή στο Μαρί για την οποία πολιτικά ηταν υπεύθυνος ο Δημήτρης Χριστόφιας.

Κατά 101%.

Το Μαρί, μια μοναδική και απίστευτη καταστροφή, η οποία ήδη τωρα ποια ανάγεται από την προπαγάνδα της αριστεράς σε κάτι ντεμί – ρεαλιστικό. Ναι έγινε το μπαμ, αλλά δεν έγινε το μπαμ: το *έκαναν* το μπαμ. Το έκανε ο «Πολίτης», ο Στροβολιώτης, η Ρένα, ο Δρουσιώτης που στην πραγματικότητα μισούσαν τον Χριστόφια και το ΑΚΕΛ και ήθελαν να τους εκθέσουν.

Α, και η καινούργια έκδοση της παρανοϊκής προπαγάνδας που ανταγωνίζεται σε παραλογισμό τον ίδιο το Σώρρα, λέει πως το μπαμ έγινε για να τιμωρηθεί ο Χριστόφιας που δεν έδωσε τα εμπορευματοκιβώτια στους Αμερικάνους!!!

Τα πράγματα έγιναν ακόμα χειρότερα από τότε: βυθισμένος στην ανικανότητα, τη δειλία, την πλήρη έλλειψη ηγετικής φυσιογνωμίας, ο Χριστόφιας οδήγησε την Κύπρο στην πτώχευση ( ή για να είμαι πιο δίκαιος, δεν κατάφερε να κάνει τίποτα για να αποτρέψει το επερχόμενο λαμβάνοντας υπόψιν τις ματσαράγκες τραπεζιτών, συνεργατιστών και άλλων ανικάνων διαχειριστών του συστήματος και του δημόσιου πλούτου.)

Με όλα αυτά τα δεδομένα, με το Κυπριακό ένα απομακρυσμένο εφιάλτη ξορκισμένο από την ανάγκη «μη ύπαρξης επιδιαιτησίας και ασφυκτικών χρονοδιαγραμμάτων», η πολιτική ομάδα των ανθρώπων που λίγο πολύ προσδιορίζονται ως φιλελεύθεροι, επαναστάτησαν: μα δεν γίνεται να τα κάνει μπίλιες ο άνθρωπος και να μένουμε σιωπηλοί!

Κάναμε κριτική.

Έντονη, ισχυρή κριτική. Η οποία αν κρινόταν καλόπιστα, θα θεωρείτο εποικοδομητική, στην κοινή προσπάθεια κτισίματος δικαιότερης κοινωνίας, και επίλυσης του Κυπριακού άλλοθι.

Αλλά φευ, η κριτική αυτή αντιμετωπίστηκε με ένα εξόχως εχθρικό, ενστικτωδώς επιθετικό τρόπο που εξέπληξε πολλούς, σίγουρα τον γράφοντα.

Και για καιρό ήμουν με την  απορία: γιατί όλη αυτή η αντίδραση από δυνητικούς συμμάχους σε ένα σωρό καλούς αγώνες;

Η απάντηση ήρθε όταν με κτύπησε η έμπνευση: η συμμαχία αυτή μπορούσε να λειτουργήσει μόνο όταν οι απόψεις σου ταυτίζονταν περιστασιακά, και αναλόγως καταστάσεων, με τις *δικές* τους απόψεις, το αντίθετο δεν γινόταν.

Τόσο απλό.

Από τότε φάνηκε και η ουσία του ζητήματος:  οι αριστεροί μισούν τους φιλελεύθερους γιατί είναι η μόνη πολιτική ομάδα  που τους αντιμετωπίζει με επιχειρήματα. Η έντονη κριτική που κάναμε και η οποία ποτέ στο παρελθόν δεν είχε ταυτιστεί με κομματικά, ιδεολογικά κριτήρια ή οποιουδήποτε είδους προκατάληψη, ήταν διαφορετική γιατί ήταν απόλυτα δικαιολογημένη και τεκμηριωμένη. Αυτό φάνηκε έντονα μετά την  κατάρρευση του Χριστόφια ως ηγέτη λύσης και ως διαχειριστή του συστήματος στα οποία πήρε το απόλυτο μηδέν.

Η κριτική μας αποδομεί την όποια ηθική και πολιτική ανωτερότητα είχε (και νομίζαμε πως είχε, εγώ προσωπικά σίγουρα), η αριστερά.  Αν κολλήσουμε σε αυτό την άθλια δικαιολογητική στάση του ΑΚΕΛ που δεν είχε τα κότσια να κάνει κριτική στον μικρότατο άνθρωπο που έβαλαν πρόεδρο,  αλλά αποδείχτηκε ανίκανος, η κριτική των φιλελευθέρων τους φάνηκε τσουνάμι.

Η κριτική μας εκθεμελίωσε πλήρως την βολική παραδοσιακή συγκρουσιακή ρουτίνα με την  κακή δεξιά, και πολλά  κοπέλια βρέθηκαν με ανοικτό το στόμα: μα ακόμα *και εσείς* μας κατακρίνετε;

Ναι,  σας κατακρίνουμε γιατί φανήκατε μίλια κατώτεροι των περιστάσεων, και καλά σας κάναμε.

Αυτή, ήταν προφανώς, μια ασυγχώρητη ενέργεια.

Όλη αυτή η κατάσταση έχει και δυο παράπλευρες συνέπειες: πολλοί θυμήθηκαν τον Μαρξ! Ένα πολιτικό επιστήμονα, με σημαντική συνεισφορά στην εξήγηση της σύγχρονης οικονομίας και της τρέχουσας κρίσης.

Ως εκεί όμως!

Αλαζονικές αναφορές του στυλ: τι ξέρετε εσείς από τη σοφία αυτού του θνητού, πως εξηγείτε την κατάρρευση του καπιταλιστικού συστήματος που βιώνουμε;

Το σύστημα περνά μεγάλη κρίση, όπως ακριβώς προβλέπουν οι προδιαγραφές του, ή σύγκριση με ουτοπίες τελειότητας των αιθεροβαμόνων της αριστεράς δεν περπατά.

(Μπορεί πράγματι να καταρρεύσει το σύστημα, αλλά μέχρι τώρα αξιολογείται ως απείρως πιο επιτυχημένο από οτιδήποτε εναλλακτικό έχει δοκιμαστεί.)

Άρα;

Άρα, αφού δεν γνωρίζετε απ’ έξω τους 108 τόμους που έγραψε ο Μαρξ, δε σας πέφτει λόγος!

Η άλλη απώλεια έχει να κάνει με το Κυπριακό: πικκαρισμένη, και κιστημένη από την απόλυτη αποτυχία της παράταξης, ιδεολογίας και ατόμου την καλύτερη στιγμή που της δόθηκε η ευκαιρία, η νομενκλατούρα της αριστεράς θα πολεμήσει, αυτή τη φορά συνειδητοποιημένα και συστηματικά την επομένη ευκαιρία λύσης.

Γιατί βλέπετε, το να αποδειχτεί πως ένας μη – αριστερός είναι καλύτερος διαχειριστής της οικονομίας, βάζει δυναμίτη στην επικαλούμενη ιδεολογική ανωτερότητα της αριστεράς.

Το να καταφέρει να λύσει και το Κυπριακό ένας μη – αριστερός είναι πράξη εξόχως ασυγχώρητη!

……………………………………………………………….

Όλη αυτή η συζήτηση ξεκίνησε από ένα κείμενο του μη κατέχοντος κανένα άλλοθι αντικειμενικότητας, ΑΚΕΛικου Γιώργου Κουκουμά.

Ακολούθησε κείμενο από τον Μιχάλη Ολύμπιο.

Και ο Γιώργος Στόγιας.

Ασχολήθηκε και η Δισδαιμόνα με αυτό το θέμα.

Μάταιη αφιέρωση:

Νέα από τη Συρία.

Αυγούστου 28, 2013

Οι πύραυλοι Tomahawk φαίνεται θα είναι το βασικό όπλο που θα χρησιμοποιηθεί στις επιχειρήσεις εναντίον της Συρίας.

Μπορεί ο Μπαν Γκι Μουν να ζητά από ένα κουφό ακροατήριο να δοθεί μια ακόμα ευκαιρία στην ειρήνη, ζητά ακόμη το αυτονόητο, την ολοκλήρωση δηλαδή της επιθεώρησης που κάνουν συνάδελφοι του από τον ΟΗΕ στη Συρία, αλλά φαίνεται πως τα πρωτοβρόχια στην περιοχή μας θα αποτελούνται από τεχνητή βροχή.

Την οποία παράγει μια εταιρεία με ετήσιο τζίρο λίγο μεγαλύτερο από το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν της Κύπρου.

Tomahawk

Tomahawk

Πηγή.

Οι Tomahawk είναι από τα όπλα εκείνα που αφαιρούν την ανθρωπιά από τον πόλεμο. Εκτοξεύονται από πλοία ή υποβρύχια που βρίσκονται πάρα πολύ μακριά από τον στόχο τους, έχουν δικές τους μηχανές και σύστημα πλοήγησης, και κάνουν μεγάλο μπαμ όταν κτυπήσουν.

Με αυτό τον τρόπο ελαχιστοποιείται η πιθανή απώλεια ζωών στους επιτιθέμενους, και μεγιστοποιείται ο κίνδυνος για τους αμυνόμενους, αφού όσο χειρουργικά και αν είναι τα κτυπήματα, το σημάδεμα γίνεται από μακριά, πολύ μακριά.

Βασικά θα είναι κάτι σαν ηλεκτρονικό παιγνίδι μεγάλης κλίμακας με πολύ θόρυβο για όσους βρεθούν εκεί κοντά.

Για τους κακούς που θα βρεθούν εκεί κοντά.

Και ποιοι είναι άραγε οι κακοί;

Υπάρχουν τρεις επιλογές:

  1. Κακοί είναι αυτοί που ξεκινούν ένα πόλεμο.
  2. Κακός είναι αυτός που χρησιμοποιεί όπλα που σκοτώνουν με τρόπο διαφορετικό από αυτό που αποδέχεται η πλειοψηφία ως χμμμ, αρκούντως ανθρώπινο. Κακοί είναι αυτοί που προκαλούν  δηλαδή ένα πόλεμο.
  3. Κακός είναι ακόμα εκείνος που προσπαθεί να διώξει την κυβερνήση του, με τρόπο μάλιστα και ιδέες που παραπέμπουν σε μια κατάσταση αρκούντως χειρότερη από την παρούσα.

Άρα;

 

Άρα η πιο κάτω καρικατούρα που τριγυρίζει στο δίκτυο είναι απόλυτα ορθή:

Η κατάσταση ειναι σαφής.

Η κατάσταση ειναι σαφής.

Η κατάσταση είναι συγχυσμένη, πολύπλοκη και δύσκολη να ξεκαθαρίσει.

 

Όσοι επικαλούνται απλοϊκά συνθήματα όπως: “ναι στην αυτοδιάθεση των λαών”, ή “όχι στους ιμπεριαλιστές”, είναι απλώς ανίκανοι να αντιληφθούν…

Δεν συμπαθώ τον Άσσαντ, δεν συμπαθώ τους φανατικούς του αντιπάλους, η χώρα τους χρειάζεται κάτι καλύτερο, αλλά τι;

Όπως καταλαβαίνω τα πράγματα ο Άσσαντ είχε αρχίσει να παίρνει το επάνω χέρι σε βάρος των αντιπάλων του, και μετά ξαφνικά, μια μέρα εμφανίστηκε μια καλά στημένη περίπτωση χρήσης χημικών όπλων – η απο καιρό κόκκινη γραμμή του Ομπάμα.

Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα;

Πολλές φορές, αλλά είναι εδώ ο σκοπός άγιος;

Σίγουρα δεν έχουν καμιά σχέση με άγιους η Ρωσία και η Κίνα. Αντιδρούν όπως πάντα αγνοώντας αρχές, δίκαια και λοιπές μαλακίες, και ποντάρουν απόλυτα υποκριτικά στα δικά τους ευτελή συμφέροντα. Ή πιο σωστά, λειτουργούν εξ αντανακλάσεως…

Είναι υποκριτές.

Ίσως περισσότερο και από τους δυτικούς που έχουν τώρα «κλειδώσει» τις επιλογές τους, και θα χτυπήσουν ό,τι και να γίνει. Δεν είναι τώρα ώρα για επιχειρήματα και τεκμηριώσεις.

Το πρώτο μπαμ μπορεί να γίνει ενώ θα βρίσκονται ακόμη στη Συρία οι επιθεωρητές.

Ο Άσσαντ και οι όμοιοι του πρέπει να φεύγουν. Το κακό είναι πως σε τέτοιες χώρες με βαθιά παράδοση δικτατορίας, με ανεπαρκή συστήματα αστικής δημοκρατίας, η αποχώρηση των κακών δεν γίνεται ποτέ με ομαλό τρόπο.

Η ιστορία ήταν η ίδια στις χώρες – αποικίες που απέκτησαν ανεξαρτησία, η ιστορία ήταν η ίδια στις χώρες που πέρασαν από κομμουνιστική δικτατορία, η ιστορία επαναλαμβάνεται στις καθόλου ανοιξιάτικες περιπτώσεις της περιοχής μας.

 

 

Η μη προκλητική επιστολή Έρογλου, και οι Λιλληκικοί «Βαρωσιώτες».

Αυγούστου 27, 2013

 

Όπως θεωρείται δεδομένο από όλους, στην μετά τις διακοπές περίοδο, το Κυπριακό θα επανέλθει στην καθημερινότητα, δίνοντας άπειρες ευκαιρίες στους πολιτικούς μας να ασχοληθούν με ζητήματα που καταλαβαίνουν, όχι με τα πολύπλοκα και δυσνόητα ζητήματα της οικονομίας.

 

Στη χθεσινή του έκδοση, ο Φιλελεύθερος αναφέρεται σε αποστολή επιστολής από τον ηγέτη των Τουρκοκυπρίων Ντερβίς Έρογλου προς τον πρόεδρο Αναστασιάδη. Προθέρμανση από τον βορρά, και ως συνήθως η πρωτοβουλία στα χέρια τους. Η λήψη της επιστολής επιβεβαιώθηκε από την κυβέρνηση.

 

Από όσο διάβασα στο δημοσίευμα κάνω δυο άμεσες παρατηρήσεις:

 

  1. Προφανώς απουσιάζουν οι βασικοί δημοσιογράφοι του «Φ» γιατί από τον τίτλο του δημοσιεύματος απουσιάζει η συνήθης λέξη: «προκλητική».
  2. Το πνεύμα της επιστολής δείχνει πως ο Ερντογάν ακόμη υπάρχει. Και υπάρχει με την θετική έννοια της στήριξης της προσπάθειας λύσης, κάτι που προοδευτικά καθίσταται όλο και πιο αμφίβολο.

 

Ο κ. Έρογλου δεν κάνει εκπτώσεις: προωθεί τις θέσεις της πλευράς του, αλλά θεωρώ πως η επιστολή μπορεί να αξιοποιηθεί από την πλευρά μας, και με τρόπο που να προωθεί τις δικές μας θέσεις, αλλά και με τρόπο που να μας σπρώχνει προς την γρήγορη έναρξη της νέας διαδικασίας.

 

Για να δούμε πως:

1. Χρονοδιάγραμμα. Αν θέλεις να φτάσεις σε λύση, το χρονοδιάγραμμα δεν είναι κακό πράγμα. Ο πρόεδρος Αναστασιάδης δεν πρέπει να ακολουθήσει τις βλακώδεις θέσεις Τάσσου και Χριστόφια για «ανάγκη απουσίας ασφυκτικών χρονοδιαγραμμάτων». Το Κυπριακό συζητείται για 46 χρόνια. Δεν χρειάζεται πολύς χρόνος για να αναφερθούν τα βασικά σημεία, νοουμένου πως υπάρχει θέληση…

 

2. Η πενταμερής διάσκεψη. Πολλοί δεν αντιλαμβάνονται αυτή την ανάγκη και δαιμονοποιούν την ιδέα. Είναι όμως ανάγκη η οποία προκύπτει για συνταγματικούς λόγους: η όποια λύση θα κάνει αλλαγές στο σύνταγμα της Κυπριακής δημοκρατίας, αντανακλώντας τα σημεία που θα συμφωνήσουν οι δυο πλευρές. Με τον τρόπο που είναι διατυπωμένο το σύνταγμα μας, δεν είναι δυνατή η αλλαγή του, άρα ο μόνος λογικός και έστω κατ’ οικονομία νόμιμος τρόπος για να γίνουν αυτές οι αλλαγές, είναι η εκ νέου σύναξη εκείνων που είχαν συμφωνήσει το αρχικό σύνταγμα, για να του κάνουν ομόφωνα αποδεκτές αλλαγές. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η πενταμερής μπορεί να θεωρηθεί και ως σφράγιση της νομιμότητας και της συνέχειας αυτού που ονομάζουμε Κυπριακή Δημοκρατία.

 

3. Το σημείο που αναφέρεται στο έγγραφο Ντάουνερ και τις συμφωνίες Ταλάτ – Χριστόφια είναι εξόφθαλμα τακτική κίνηση. Και ο «Φ» δεν αντέχει στον πειρασμό να το ονομάσει «προσπάθεια παγίδευσης». Ο κ. Έρογλου δεν κατέχει πιστοποιητικά καλής θέλησης, αλλά βλέποντας τις αντιδράσεις εντός της Εκς κοινότητας προσπαθεί να κερδίσει πόντους. Τα επίμαχα σημεία που υποτίθεται είχαν συμφωνηθεί είναι εκείνα των 50000 εποίκων και το ζήτημα της σταθμισμένης ψήφου (για το οποίο είχα κάνει τότε μια θετική μάλλον ανάλυση, στηρίζοντας την πρόταση Χριστόφια, εδώ). Και ενώ μπορεί κάποιος να ισχυριστεί πως αυτό το ζήτημα της ψήφου έχει ξεπεραστεί και από το γεγονός πως ο κ. Έρογλου δεν το αποδέχτηκε ποτέ, αλλά και επίσης επειδή αποτελεί μάλλον πολύπλοκο και δύσκολα εφαρμόσιμο σύστημα, για το ζήτημα των εποίκων, ο κ. Αναστασιάδης πρέπει να αποδεχτεί τις 50000 χωρίς άλλα σχόλια.

 

Θα αναμένω με ενδιαφέρον τις επίσημες αντιδράσεις της πλευράς μας.

 

Πιστώνω τον πρόεδρο Αναστασιάδη με θέληση για λύση, αντιλαμβάνομαι την ανάγκη του να αφήσει ικανοποιημένα τα κυβερνητικά βαρίδια του ΔΗΚΟ και του ΕΥΡΩΚΟ, αλλά και πάλι, η σύνταξη και το λεκτικό της όποιας απαντητικής επιστολής θα δώσει σημαντικά μηνύματα.

 

Το κείμενο του Φιλελευθέρου, μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.

 

Η μόνη βασική εξέλιξη που βγαίνει από την πλευρά μας αυτό τον καιρό, είναι η επιστολή των Αμμοχωστιανών (διαβάστε την εδώ μαζί με όλες τις υπογραφές) αναφορικά με την πιθανότητα επιστροφής της πόλης τους.

 

Αυτοί όλο το παρδαλό πλήθος Βαρωσιωτών και «Βαρωσιωτών» ανήκουν προφανώς στην παράταξη του Γιώργου Λιλλήκκα, και βασικά λένε πως δεν θέλουν την πόλη τους!

 

Τα επιχειρήματα βρωμούν εθνικισμό, φόβο για τη λύση και άκρατο συντηρητισμό.

 

Δεν ξέρω τι λένε οι «επίσημοι» Βαρωσιώτες για αυτή την επίδειξη δύναμης από όλους τους επώνυμους λυσοφοβικούς αλλά εγώ ως ισότιμος «Βαρωσιώτης» τους λέγω πως πραγματικά έχει λήξει ο χρόνος τους, και εύχομαι πως επίσημα η κοινωνία θα αποτάξει το απόστημα που αποτελούν αυτά τα πλάσματα.

 

Νέα Κύπρος: Τουρκικό Συνεργατικό Λεμεσού, στην Κερύνεια, στην οδό Ατατούρκ.

Νέα Κύπρος: Τουρκικό Συνεργατικό Λεμεσού, στην Κερύνεια, στην οδό Ατατούρκ.

Το χρονικό μια προαναγγελθείσας αποχώρησης. ( Bonus: Το πλήρες κείμενο της δήλωσης του)

Αυγούστου 22, 2013
Έτσι ένοιωθε ο Χριστόφιας στην ερευνητική.

Έτσι ένοιωθε ο Χριστόφιας στην ερευνητική.

Ο Δημήτρης Χριστόφιας δεν είναι καλά. Ο Δημήτρης Χριστόφιας δεν είναι απλός πολίτης. Οφείλουν οι άνθρωποι που είναι γύρω του, οι πολιτικοί του σύμβουλοι να τον συμβουλεύσουν και να τον αναγκάσουν αν χρειαστεί να σταματήσει να εκχυδαΐζει την πολιτική ζωή.  Μετά από την ασύλληπτη ζημιά που έχει προκαλέσει στην Κύπρο τα τελευταία 10 χρόνια, η υποχρέωση αυτή είναι το λιγότερο που αναλογεί σε όσους βρίσκονται γύρω του.

 

Διαφορετικά θα είναι συνυπεύθυνοι για την διαιώνιση της παράστασης ρεζιλικιού που υφιστάμεθα.

 

Όπως είχε γίνει τότε παλιά με τον Σπύρο Κυπριανού. Και άνκαι πολύ μικρότερος είχα ακριβώς τα ίδια αισθήματα, και για να προλάβω τους επαγγελματίες επικριτές: ο Κυπριανού *δεν* ήταν αριστερός. Ήταν άλλος ένας ανίκανος , δειλός άνθρωπος που βρέθηκε να μας κυβερνά.

 

Όντας σε διακοπές ασχολήθηκα όλη μερα με τον Χριστόφια σήμερα – κάτι που προφανώς δεν είναι υγιές.

 

Σας παραθέτω τα σχετικά κελαηδήματα που έστειλα.

 

Σας παραθέτω επίσης και το πλήρες κείμενο της γραπτής δήλωσης που με το έτσι θέλω ήθελε να διαβάσει ο θλιβερός  τέως.

Christofias__CHE λέει η Γνώμη. Να γελάσω ή να κλάψω;

Christofias__CHE λέει η Γνώμη. Να γελάσω ή να κλάψω;

 

Η φωτογραφία είναι από τη Γνώμη.

 

Δεν θα μπορούσε να συνδυάζει περισσότερο την  ειρωνεία με την κοροϊδία.

 

11.03: Χριστόφιας: συνεχίζει να συμπεριφέρεται ως αχάπαρος. (Ένοχος δε λέω: δεν μπορεί να αντιληφθεί, ούτε αυτή την έννοια.)

12.29: Το χρονικό μιας προαναγγελθείσας αποχώρησης! Η μόνη μάχη που επέλεξε τελικά να δώσει ο άνθρωπος αφορούσε τον πισινό του!

14.04: Ώστε είναι λάθος να δικάζονται πολιτικοί ε; Εγώ λέω είναι υποχρέωση. Ξεκινώντας από αυτόν που προσπαθεί να το αποφύγει.

15.03: Πικής: Στον Γενικό Εισαγγελέα παραπέμπεται ο Χριστόφιας.

 

Όλη η δήλωση (που δεν έχω διαβάσει ακόμη)  πιο κάτω – για να μη ξεχνούμε:

 

«Γραπτή δήλωση Δημήτρη Χριστόφια 
στην ερευνητική επιτροπή

Πέμπτη 22 Αυγούστου 2013
——————————————-

Η κατανόηση της κατάστασης στην οποία βρέθηκε η Κύπρος σήμερα, επιβάλλει την ύπαρξη σφαιρικής γνώσης για την κατάσταση της παγκόσμιας και ευρωπαϊκής οικονομίας, της οποίας η κυπριακή οικονομία είναι αναπόσπαστο μέρος. Αν δεν γίνει αυτό, τότε η όποια συζήτηση για την κατάσταση της κυπριακής οικονομίας παραμένει ατελής και υποκειμενική, εκτεθειμένη σε παρερμηνείες, λαϊκισμούς και πολιτικές σκοπιμότητες. Δεν μπορεί να γίνεται αξιολόγηση και εκτίμηση ενός γεγονότος-ενός φαινομένου χωρίς αυτό να τοποθετείται μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες και στα συγκεκριμένα χρονικά και κοινωνικο-οικονομικά δεδομένα. Γι’ αυτό ας μου επιτραπεί να πω μερικά λόγια σχετικά με τη διεθνή οικονομία έτσι όπως εξελίχθηκε κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του τόπου υπό τη δική μου προεδρία.

Όταν αναλάμβανα την προεδρία, η παγκόσμια οικονομία εισερχόταν σε κρισιακή φάση. Η κρίση είχε ξεσπάσει στις ΗΠΑ, με τη μορφή της τραπεζικής κρίσης, και αυτή επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο. Με ιδιαίτερη οξύτητα επηρεάστηκε η ευρωπαϊκή οικονομία. Στη συνέχεια η τραπεζική κρίση εξελίχθηκε και σε κρίση χρέους και πολλές χώρες με ψηλά ελλείμματα αντιμετωπίζουν τεράστια δημοσιονομικά προβλήματα.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, και ειδικά η Ευρωζώνη, αντιμετώπισαν και συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες δυσκολίες ένεκα της κρίσης και των συνεπειών της. Από την αρχή της κρίσης προκλήθηκε, παγκόσμια και πανευρωπαϊκά, μεγάλη συζήτηση για την ουσία και τις αιτίες της κρίσης καθώς και για τους τρόπους και τις πολιτικές αντιμετώπισής της.

Υπάρχουν δύο σχολές σχετικά με τα αίτια και την ουσία της κρίσης. Η μια, αυτή που κι εμείς ασπαζόμαστε υποστηρίζει ότι οι οικονομικές κρίσεις είναι συστατικό του καπιταλιστικού συστήματος, που στηρίζεται στην εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργασίας, των φυσικών πόρων και έχει ως στόχος το κέρδος γι’ αυτούς που κατέχουν το κεφάλαιο και τα μέσα παραγωγής. Το σύστημα προάγει την ανάπτυξη στο βαθμό που προσφέρει ψηλά ποσοστά κέρδους.

Η επιδίωξη γρήγορου και εύκολου κέρδους οδήγησε σε νέα φάση του συστήματος. Οδήγησε από την επένδυση στην πραγματική οικονομία στην αγορά και πώληση χρήματος, χαρτιού δηλαδή. Είναι γι’ αυτό που τούτη τη φορά η κρίση είναι πιο βαθιά και παρατεταμένη στο χρόνο.

Κατά τη δική μας αντίληψη η κρίση μπορεί να αντιμετωπιστεί με την ανάπτυξη της πραγματικής οικονομίας, την πάταξη της διαφθοράς, της φοροδιαφυγής και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.

Δυστυχώς, κυριάρχησε και εφαρμόστηκε η άλλη, η νεοφιλελεύθερη φιλοσοφία η οποία ουσιαστικά επιβάλλει την κοινωνικοποίηση των ζημιών από την κρίση με τον περιορισμό του κοινωνικού κράτους, τη μείωση των απολαβών των εργαζομένων και την κατάργηση εργατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων που κατακτήθηκαν μέσα από σκληρούς αγώνες δεκαετιών. Από την άλλη, στη βάση αυτής της φιλοσοφίας τεράστια ποσά παραχωρήθηκαν για τη διάσωση τραπεζών. Δηλαδή, αφαιρέθηκαν τεράστια κονδύλια από την κοινωνία, την ανάπτυξη και την κοινωνική πολιτική και μεταφέρθηκαν στο μεγάλο τραπεζικό κεφάλαιο, το οποίο προκάλεσε την κρίση.

Αυτή η πολιτική λιτότητας για τους πολλούς και της προστασίας των κερδών για τους πολύ λίγους, προκάλεσε ραγδαία επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου εκατομμυρίων ανθρώπων οι οποίοι αντέδρασαν με μαζικές διαδηλώσεις και απεργίες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, που εφάρμοσε τις πολιτικές λιτότητας έγινε θέατρο μεγάλης κοινωνικής αναταραχής, απεργιών και διαδηλώσεων.

Πλέον, είναι πολλοί αυτοί που παραδέχονται ότι οι πολιτικές λιτότητας δεν μπορούν να δώσουν λύσεις στα προβλήματα της συστημικής κρίσης που αντιμετωπίζει ο καπιταλισμός. Αντίθετα, η λιτότητα επιτείνει την κρίση και βάζει τις οικονομίες και τις κοινωνίες σε ένα φαύλο κύκλο χωρίς διέξοδο. Σε μια πρόσφατη έρευνα που πραγματοποίησε η Ευρωπαϊκή Ένωση τεκμηριώνεται ότι οι πολιτικές που δεν έχουν τη συναίνεση της κοινωνίας και προκαλούν προβλήματα στη συνοχή της, τελικά απολήγουν σε βάρος της οικονομίας.

Αυτό το γεγονός, η πολιτική ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης άρχισε να το αντιλαμβάνεται από το 2010 γι’ αυτό και αποφάσεις του Συμβουλίου της από τότε υποδεικνύουν την ανάγκη για υιοθέτηση πιο ισορροπημένων πολιτικών που να στηρίζονται σε τρεις βασικούς άξονες: στην οικονομική εξυγίανση, στην επένδυση στην ανάπτυξη και στην στήριξη της κοινωνικής συνοχής. Παρότι υπάρχουν οι αποφάσεις, δυστυχώς πολύ λίγα έχουν γίνει σε επίπεδο πολιτικής για την εφαρμογή αυτών των αποφάσεων κυρίως λόγω του ότι οι νεοφιλελεύθερες δυνάμεις έχουν το πάνω χέρι και λόγω των διαφορετικών συμφερόντων που υπάρχουν ανάμεσα στα ευρωπαϊκά κράτη.

Είναι γενικά παραδεκτό ότι αυτή που έχει επιβάλει τη δική της πολιτική σχετικά με την αντιμετώπιση της κρίσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η Γερμανία. Αυτή, μαζί με τους στενούς της συμμάχους μέσα στην Ένωση, επιβάλλει τους όρους και τα πλαίσια πολιτικής με αποτέλεσμα κυρίως οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου να δεινοπαθούν προσπαθώντας, κάτω από τις απειλές και τους εκβιασμούς των αγορών και του γερμανικού μπλοκ, να αντιμετωπίσουν την οικονομική κρίση.

Η οικονομική κρίση, δεν έχει αποκαλύψει μόνο την εκμεταλλευτική φύση του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά και τις αδυναμίες και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Και πρωτίστως το πρόβλημα των δημοκρατικών της ελλειμμάτων. Ουσιαστικά, το γραφειοκρατικό κατεστημένο στις Βρυξέλλες και στη Φραγκφούρτη, χωρίς καμιά δημοκρατική νομιμοποίηση, επιβάλλει πολιτικές διαμέσου του Μηχανισμού και της Τρόικα, οι οποίες βρίσκονται σε κάθετη ρήξη με τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Ε.Ε. Το δημοκρατικό έλλειμμα διευρύνεται ακόμα περισσότερο από την παρουσία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην Τρόικα, οργανισμός που δεν είναι ευρωπαϊκός, και όμως καθορίζει πολιτική σε βάρος της ευρωπαϊκής συνοχής ακυρώνοντας μια από τις πιο βασικές αρχές της Ε.Ε. που είναι η αρχή της αλληλεγγύης.

Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες και τις εξελίξεις η Ευρωπαϊκή Ένωση όχι μόνο δεν έχει καταφέρει να ξεπεράσει τα προβλήματά της, αλλά η κρίση συνεχίζεται, οι ανησυχίες για το μέλλον της Ευρωζώνης εντείνονται και η κοινωνική συνοχή, έχει σμπαραλιάσει. Μερικές φορές τόσο η Κομισιόν όσο και άλλοι ευρωπαϊκοί θεσμοί, προέβλεψαν την έξοδο της Ευρώπης από την κρίση, αλλά μέχρι τώρα αυτές οι προβλέψεις αποδείχθηκαν φρούδες ελπίδες και ψευδαισθήσεις.

Έχω αναφερθεί στα ευρωπαϊκά δεδομένα για να θέσω το πλαίσιο μέσα στο οποίο σφαιρικά και ολοκληρωμένα μπορούν να αξιολογηθούν η κατάσταση και η πορεία της κυπριακής οικονομίας. Κάθε απόφαση, κάθε ενέργεια, κάθε δήλωση αποκτούν νόημα και ουσία όταν εξετάζονται όχι αποκομμένα από το χρόνο και το χώρο, αλλά στον ουσιώδη χρόνο. Η αποκοπή από τον ουσιώδη χρόνο, τις ανάγκες και τις προκλήσεις της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, οδηγεί σε αυθαίρετα και λανθασμένα συμπεράσματα. Και λυπούμαι να πω ότι αυτό στην Κύπρο συμβαίνει καθημερινά και όχι τυχαία.

Η Κύπρος ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που διαθέτει μια ανοικτή οικονομία, αναπόφευκτα επηρεάζεται από το διεθνές και το ευρωπαϊκό οικονομικό κλίμα.

Το πρώτο και καθοριστικό ερώτημα που πρέπει να απαντιέται στην περίπτωση της Κύπρου είναι ο χαρακτήρας της οικονομικής κρίσης που αντιμετωπίζει. Πρέπει να υπάρχει ορθή αντίληψη για τη βασική, την καθοριστική αιτία του προβλήματος στην Κύπρο. Όλοι στην Ευρώπη και ευρύτερα παραδέχονται ότι η οικονομική κρίση στην Κύπρο δεν είναι κρίση χρέους ούτε και αυτή προκλήθηκε από τα δημοσιονομικά της δεδομένα. Προβλήματα διαρθρωτικά της οικονομίας υπήρχαν και υπάρχουν για δεκαετίες. Ελλείμματα πάντοτε υπήρχαν. Από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, μόνο σε δύο χρονιές υπήρξαν πλεονάσματα. Το 2007 και το 2008. Κι αυτά ήταν συγκυριακά, όχι γιατί έγιναν διαρθρωτικές ή άλλες αλλαγές.

Όσοι ασχολούνται με την Κύπρο ευθαρσώς αναφέρουν ότι η κρίση στη χώρα μας προκλήθηκε από την κρίση του τραπεζικού της συστήματος. Αυτό υπογράμμισαν προς εμένα η διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου κ. Λαγκάρντ, ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κ. Ντράγκι, ο Πρόεδρος της Ευρωζώνης κ. Γιούνκερ και ο Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Όλι Ρεν, όταν συναντήθηκα μαζί τους τον Ιούλιο του 2012 στην Κύπρο. Τους ρώτησα, αν η Κύπρος δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα με το τραπεζικό της σύστημα υπήρχε περίπτωση η Κύπρος να χρειαστεί το Μηχανισμό και όλοι τους ήταν κατηγορηματικοί ότι, χωρίς το τραπεζικό πρόβλημα δεν θα υπήρχε θέμα για την Κύπρο να προσφύγει το Μηχανισμό.

Τέτοιες απόψεις εκφράστηκαν δημόσια πολλές:

Όλι Ρεν (Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής) (17 Απριλίου 2013): «Τα προβλήματα της Κύπρου συσσωρεύτηκαν εδώ και πολλά χρόνια. Στην καρδιά τους βρίσκεται ένας υπερμεγέθης τραπεζικός τομέας ο οποίος άνθισε ελκύοντας ξένες καταθέσεις με πολύ ευνοϊκούς όρους. Αυτές οι εισροές κεφαλαίων συνέβαλαν επίσης στην έκρηξη των ακινήτων και στη συσσώρευση εξωτερικών ανισορροπιών. Το βάθος των τραπεζικών προβλημάτων προήλθε από τις φτωχές πρακτικές διαχείρισης κινδύνου. Λόγω της έλλειψης επαρκούς εποπτείας, επιτράπηκε στις δύο μεγαλύτερες τράπεζες να εκτεθούν σε συσσωρευμένους κινδύνους. Ήταν τα προβλήματα σ’ αυτές τις τράπεζες που προκάλεσαν τα προβλήματα στα δημόσια οικονομικά και την οικονομική ύφεση στην Κύπρο και όχι το αντίθετο».(επίσημη δήλωση στο Ευρωκοινοβούλιο στη συζήτηση για την Κύπρο).

Γιορκ Άσμουσεν (μέλος Εκτελεστικού Συμβουλίου Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα)8 Μαΐου 2013: «Στη δεκαετία του 2000, η κυπριακή οικονομία εξελίχθηκε προς ένα μάλλον ανισόρροπο επιχειρηματικό μοντέλο με υπέρμετρη βαρύτητα στον χρηματοπιστωτικό κλάδο…. Η προληπτική εποπτεία ήταν πολύ αδύναμη και δεν εμπόδισε τη συσσώρευση των μεγάλων ανισορροπιών στον οικονομικό τομέα…. Η εγχώρια πιστωτική επέκταση και η αλόγιστη πρακτικές δανεισμού τροφοδότησαν μια έκρηξη των ακινήτων. Καθώς η φούσκα έσκασε, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αυξήθηκαν δραματικά. Επιπλέον, οι κυπριακές τράπεζες υπέστησαν σημαντικές απώλειες μετά την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους. Αυτό επιδείνωσε περαιτέρω την ευρωστία των ισολογισμών τους». (Από την ενημέρωση στην Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου).

Μάαρτεν Βέρβεϊκ (αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής Οικονομίας και Χρηματο-οικονομικών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και επικεφαλής του κλιμακίου της Τρόικα στην Κύπρο) (Οκτώβριος 2012): «Τα κύρια προβλήματα αναφορικά με τις αιτίες της κρίσης βρίσκονται στις αποφάσεις των τραπεζών. Όπως στην Ισπανία και την Ιρλανδία, έτσι και στην Κύπρο».

Πέτερ Μπόφινγκερ (Ιούλιος 2013): (Γερμανός οικονομολόγος και μέλος του γερμανικού συμβουλίου των λεγόμενων “σοφών” οικονομικών ειδικών): «Η τρέχουσα κρίση αποτελεί ουσιαστικά τη συνισταμένη της τραπεζικής κρίσης που αντιμετώπισαν ορισμένα μέλη της Ευρωζώνης (Ιρλανδία, Ισπανία, Κύπρος) και της κρίσης χρέους που εκδηλώθηκε σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Πορτογαλία».

FinancialTimes(10.12.2012)«Το κλειδί είναι ότι οι κυπριακές τράπεζες επεκτάθηκαν απρόσεκτα στην Ελλάδα. Πέραν από την αγορά 7 δις ευρώ ομολόγων κατά την στιγμή που όλοι οι άλλοι τα ξεφορτώνονταν, δάνεισαν περαιτέρω 23 δις ευρώ στα ελληνικά νοικοκυριά και επιχειρήσεις που ισούται με το 180% του ΑΕΠ της χώρας. Τα 10 δις ευρώ που εκτιμάται ότι θα χρειαστούν οι τράπεζες ισούται με το 56% του κυπριακού ΑΕΠ, ποσοστό πολύ ψηλότερο από ό,τι χρειάστηκαν η Ιρλανδία και η Ισπανία».

Ακόμα και ο εκπρόσωπος της Κυβέρνησης κ. Στυλιανίδης σημειώνει ότι «το πρόβλημά μας μοιάζει περισσότερο με το Ιρλανδικό παράδειγμα. Δεν έχουμε τα ίδια προβλήματα με την Ελλάδα. Στην Ελλάδα θα έλεγε κανείς ήταν 100% κυρίως τα προβλήματα του κράτους παρά ο ευρύτερος τραπεζικός τομέας συν τα δημοσιονομικά. Εμείς είμαστε περισσότερο κοντά στο Ιρλανδικό μοντέλο…». (17 Ιουνίου 2013 στο ΡΙΚ)

Οι τοποθετήσεις των ξένων για την Κύπρο και όχι μόνο, είναι ξεκάθαρες. Μόνο όσοι καθοδηγούνται από πολιτικές σκοπιμότητες ή έχουν αλλότρια συμφέροντα προσπαθούν να πείσουν ότι τα αίτια είναι στην οικονομική πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης. Είναι αλήθεια ότι η κρίση του τραπεζικού συστήματος εκτράχυνε τα υπαρκτά, χρονίζοντα και συσσωρευμένα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας και έβαλε κάτω από τεράστια πίεση τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας μας. Στα αρχικά στάδια αυτό προκλήθηκε εξαιτίας της έλλειψης ρευστότητας και των ψηλών δανειστικών επιτοκίων που επέβαλλαν οι τράπεζες, δεδομένα που προκαλούσαν πιστωτική ασφυξία στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας μας. Αυτό επέτεινε τα υφεσιακά φαινόμενα. Η καθοριστική ζημιά όμως, προήλθε από την ανάγκη ανακεφαλαιοποίησης της Λαϊκής Τράπεζας από το κράτος, με ένα ποσό της τάξης του 10% του ΑΕΠ και το 25% περίπου του ετήσιου προϋπολογισμού, γεγονός που αποτέλεσε την αιτία για την προσφυγή στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης.

Κάθε αντικειμενικός πολίτης εξετάζοντας όλα τα δεδομένα μπορεί να αντιληφθεί ότι η Τρόικα στην Κύπρο ήρθε λόγω των τραπεζών και όχι λόγω των δημοσιονομικών προβλημάτων της οικονομίας. Άλλωστε, όταν η Κύπρος αναγκάστηκε να προσφύγει στο Μηχανισμό είχε καλύτερους δημοσιονομικούς δείχτες από πολλές χώρες της Ευρωζώνης και γενικότερα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η Έκθεση των Fitch στις 25 Ιουνίου 2012 -η οποία έσπρωξε τη χώρα μας στο Μηχανισμό- αναφέρει ότι η υποβάθμιση της Κύπρου αντανακλά τα αυξημένα κεφάλαια που χρειάζονται οι τράπεζες σε σχέση με αυτά που ανέμενε προηγουμένως όταν είχε υποβαθμίσει την Κύπρο τον Ιανουάριο του 2012. Η αύξηση των κεφαλαίων που χρειάζονται οι τράπεζες, τονίζεται στην Έκθεση, οφείλεται κυρίως στα ανοίγματα των τραπεζών στην Ελλάδα, τόσο στις επιχειρήσεις όσο και στα νοικοκυριά και σε λιγότερο βαθμό στην αναμενόμενη επιδείνωση της ποιότητας ενεργητικού στην εγχώρια αγορά. Ο Οίκος εκτιμά ότι πέραν των €1,8 δις (10% του ΑΕΠ) που απαιτούνται για την κρατική στήριξη της Λαϊκής Τράπεζας, οι κυπριακές τράπεζες θα χρειαστούν περαιτέρω κεφαλαιακές ενέσεις που ενδεχομένως να ανέλθουν στα €4 δις (23% του ΑΕΠ). «Ακόμη και εάν η Ελλάδα παραμείνει στην ευρωζώνη, οι κυπριακές τράπεζες θα συνεχίσουν να καταγράφουν σημαντικές ζημιές καθώς η ελληνική οικονομία συνεχίζει να συρρικνώνεται σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα αλλά και η επιδείνωση της ποιότητας ενεργητικού στις εγχώριες εργασίες», τονίζεται στην Έκθεση. Με το δημοσιονομικό κόστος της στήριξης των τραπεζών να αυξηθεί σημαντικά φθάνοντας τα €6 δις το δημόσιο χρέος είναι πιθανόν να υπερβεί το 100% του ΑΕΠ σε σύγκριση με προηγούμενες εκτιμήσεις του Οργανισμού για χρέος 88%.

Δεν παραμείναμε απαθείς στην κρίση

Συχνά επικρίνομαι ότι τάχα η κυβέρνησή μου μπροστά στην κρίση έμεινε απαθής και δεν πήρε μέτρα. Επιλεκτικά χρησιμοποιούν μια δήλωσή μου ότι η κυπριακή οικονομία μπορεί να παραμείνει αλώβητη από την κρίση, αποκρύβοντας τι ολοκληρωμένα δήλωσα τότε, τον Οκτώβριο του 2008, όταν η κρίση βρισκόταν στην αρχή, σχετιζόταν κυρίως με τα τοξικά προϊόντα αμερικανικών τραπεζών με τα οποία δεν είχαν επηρεαστεί οι τράπεζές μας, αλλά και κανένας παγκοσμίως δεν μπόρεσε να προβλέψει το εύρος, το βάθος και τη διάρκειά της.

Δήλωνα στις 14 Οκτωβρίου 2008 τα ακόλουθα: «Νοιώθουμε, στο παρόν στάδιο τουλάχιστον, αλώβητοι…. Βεβαίως, υπάρχει και η πραγματική οικονομία, θέμα πάνω στο οποίο πρέπει να εγκύψει η Ευρωπαϊκή Ένωση, γιατί οικονομία δεν σημαίνει πουλώ και αγοράζω χρήμα. Σημαίνει και βιομηχανική παραγωγή, σημαίνει και υπηρεσίες και σημαίνει πολλά άλλα πράγματα. Κατά συνέπεια εμείς αν θα κάνουμε έναν προβληματισμό – και θα τον κάνουμε- είναι οι πιθανές έμμεσες επιπτώσεις τον επόμενο χρόνο πάνω στη δική μας πραγματική οικονομία σε σχέση με τον τουρισμό, σε σχέση με τις κατασκευές και διάφορα άλλα ζητήματα. Ήδη έχουμε συνεννοηθεί με τον Υπουργό Οικονομικών να δούμε πολύ συγκεκριμένα αυτά τα ζητήματα χωρίς κανένα πανικό».

Τα ίδια δήλωνε και ο τότε υπουργός Οικονομικών κ. Χαρίλαος Σταυράκης: «Στο βαθμό που η σημερινή κρίση διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, είναι φυσικό μια ανοικτή οικονομία όπως αυτή της Κύπρου… να επηρεαστεί. Η Κυβέρνηση λαμβάνει υπόψη το ενδεχόμενο αυτό» (2.10.2008).

Και επειδή η Κυβέρνηση είχε έγνοια κινήθηκε προληπτικά και έλαβε μέτρα. Από την αρχή υιοθετήσαμε την προσέγγιση ότι η αντιμετώπιση της κρίσης θα πρέπει να γίνει μ’ ένα τρόπο ισορροπημένο, όσο βέβαια επέτρεπαν οι συνθήκες και όσο ήταν δυνατό, χωρίς μονόπλευρα και μονομερή μέτρα και χωρίς οι εργαζόμενοι να φορτώνονται το κύριο βάρος της κρίσης. Δεν ακολουθήσαμε το μοντέλο, που πλατιά εφαρμόστηκε στην Ευρώπη και αλλού, της σκληρής λιτότητας και του ξηλώματος του κοινωνικού κράτους. Η λήψη μέτρων έγινε έπειτα από κοινωνικό διάλογο τηρώντας την παράδοση που αναπτύχθηκε στην Κύπρο, η οποία έχει συμβάλει πάρα πολύ στην ύπαρξη κοινωνικής και εργατικής ειρήνης.

Ακολουθήσαμε τη φιλοσοφία της στήριξης της ανάπτυξης, όπως άλλωστε τη συγκεκριμένη περίοδο είχε ζητήσει από τα κράτη μέλη της η Ε.Ε. Τα δύο πρώτα οικονομικά πακέτα, ύψους σχεδόν 0.5 δισεκατομμυρίων, που εξαγγέλθηκαν το Νοέμβριο του 2008 και το Φεβρουάριο του 2009, είχαν αυτό ακριβώς το χαρακτήρα.  Παράλληλα, στηρίξαμε το κοινωνικό κράτος και τις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού. Οι πρώτες αποφάσεις της Κυβέρνησης στόχευσαν στην ενίσχυση των χαμηλομεσαίων συνταξιούχων με την υιοθέτηση του πασχαλινού επιδόματος και του σχεδίου στήριξης των νοικοκυριών των συνταξιούχων με χαμηλά εισοδήματα.

Διαμορφώσαμε και προωθήσαμε πολιτικές εξυγίανσης της οικονομίας, επίλυσης διαχρονικών προβλημάτων και διόρθωσης στρεβλώσεων που κληρονομήθηκαν από το παρελθόν. Ιδιαίτερη προσοχή επιδείξαμε και λάβαμε συγκεκριμένα μέτρα για συγκράτηση των δαπανών στη δημόσια υπηρεσία. Για πρώτη φορά στα χρονικά της Κυπριακής Δημοκρατίας τέθηκε ουσιαστικό μορατόριουμ στην πρόσληψη δημοσίων υπαλλήλων με αποτέλεσμα ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων αρχικά να συγκρατηθεί και ακολούθως να μειωθεί, όταν για δεκαετίες επί όλων των κυβερνήσεων ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων αυξανόταν κατά χίλια άτομα περίπου κάθε χρόνο. Τέθηκε οροφή στις δαπάνες σε κάθε υπουργείο και δύο φορές, το 2009 και το 2010, προβήκαμε σε περιορισμό των εξόδων της δημόσιας υπηρεσίας.

Από το πλεόνασμα, στο έλλειμμα

Έχω κατηγορηθεί ότι παρέλαβα ένα μεγάλο δημοσιονομικό πλεόνασμα, το οποίο μέσω υπερβολικών κοινωνικών δαπανών μετέτρεψα σε έλλειμμα. Αυτή είναι μια εντελώς αβάσιμη κατηγορία. Το δημοσιονομικό πλεόνασμα του 2007 ήταν 3,5% του ΑΕΠ ή μισό περίπου δισεκατομμύριο ευρώ. Επρόκειτο όμως για συγκυριακό πλεόνασμα σε μια εποχή που το κράτος είχε έκτακτα έσοδα από τη μεγάλη και απότομη άνοδο του κτηματικού τομέα και τα έσοδα από τη φορολογική αμνηστία. Μόνο το 2007 τα έσοδα από τον κτηματικό τομέα ήταν 800 εκατομμύρια ευρώ. Το 2008, δηλαδή την πρώτη χρονιά της δικής μου διακυβέρνησης, διατηρήθηκε έστω και μειωμένο δημοσιονομικό πλεόνασμα. Σημειώνω ότι η κυπριακή οικονομία, ακόμα και σε περιόδους ισχυρής ανάπτυξης διαχρονικά παρουσίαζε ελλείμματα, με αποκορύφωμα το 2003, που το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας έφτασε στο ποσοστό ρεκόρ 6.7% και μάλιστα σε περίοδο ανάπτυξης και όχι κρίσης.

Το 2009 η κυπριακή οικονομία παρουσίασε δημοσιονομικό έλλειμμα της τάξης του 6% περίπου. Το ίδιο έτος οι ευρωπαϊκές οικονομίες κατέγραψαν μεγαλύτερα ελλείμματα αλλά και πιο βαθειά  ύφεση, αφού η δική μας ύφεση ήταν της τάξης του -1,7%, έναντι -4% στην Ευρωζώνη. Για οποιονδήποτε έχει έστω και την παραμικρή εξοικείωση με τα αριθμητικά στοιχεία της οικονομίας το έλλειμμα αυτό είναι φανερό από πού προήλθε. Η ύφεση ειδικά του κατασκευαστικού τομέα αλλά και η μείωση της κατανάλωσης έφερε μεγάλη απώλεια εσόδων, που υπολογίζεται γύρω στο 1 δις ευρώ, ενώ και με παρότρυνση των ευρωπαϊκών οργάνων, η Κυβέρνηση υλοποίησε έκτακτα πακέτα τόνωσης της οικονομίας. Όσον αφορά τις κοινωνικές δαπάνες μια σύντομη ματιά στους αριθμούς δείχνει ότι αυτές παρουσίασαν μεγάλη άνοδο πριν εμείς αναλάβουμε, το 2007, της τάξης του 19,1%. Ανέβηκαν κατά 8,2% το 2008, ενώ το 2009 η αύξησή τους ήταν 11,2% και το 2010 στο 6,6%.

Όχι μόνο δεν υπήρξε υπερβολή στην κοινωνική πολιτική της κυβέρνησης μου, αλλά σημειώνω ότι είναι η πρώτη κυβέρνηση στην ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας η οποία εισήγαγε την αρχή της στόχευσης στις κοινωνικές παροχές ώστε να τυγχάνουν βοήθειας εκείνοι που χρειάζονται περισσότερο τη βοήθεια αυτή. Σημειώνω επίσης την κατάργηση προνομίων που υπήρχαν στη δημόσια υπηρεσία, όπως για παράδειγμα την παροχή ανεργιακού επιδόματος στους δημοσίους υπαλλήλους για περίοδο έξι μηνών μετά από τη συνταξιοδότησή τους και την κατάργηση των πολλαπλών συντάξεων.    

Στο έλλειμμα  συνέβαλαν και οι έκτακτες ανάγκες που προέκυψαν με την ανάληψη της προεδρίας (αγορά νερού από Ελλάδα -60 εκατ. ευρώ, στήριξη γεωργοκτηνοτρόφων που πλήγηκαν από την ανομβρία -70 εκατ. ευρώ- εξόφληση αγροτικών χρεών -35 εκατ. ευρώ).

Σημειώνω ότι στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία η μεγάλη πλειοψηφία των χωρών της ευρωζώνης από τα πλεονάσματα πέρασε στα ελλείμματα, λόγω της επεκτατικής πολιτικής που ακολουθήθηκε στην οικονομία. Ακόμα και έτσι, η Κύπρος βρισκόταν σε πολύ καλύτερη θέση από πολλές χώρες της ευρωζώνης και της Ε.Ε. Οι δημοσιονομικοί δείχτες της οικονομίας μας το 2012 ήταν καλύτεροι από αυτούς του 2003, όταν δεν υπήρχε κρίση.

Τα δημοσιονομικά μέτρα που λήφθηκαν από την Κυβέρνηση απέδωσαν καρπούς και βοήθησαν σε σημαντικό βαθμό να αντιμετωπίσουμε τις δημοσιονομικές προκλήσεις.  Με τα μέτρα αυτά εκπληρώσαμε τους δημοσιονομικούς στόχους του 2010 με τους οποίους είχαμε δεσμευτεί έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Κλείσαμε τη χρονιά αυτή με δημοσιονομικό έλλειμμα 5.3% από στόχο 6%.  Πετύχαμε επίσης θετικό ρυθμό ανάπτυξης 1%.

Το 2008 – 2010 οι δείχτες της οικονομίας μαρτυρούν ότι τα μέτρα που έλαβε η Κυβέρνηση απέδωσαν καρπούς. Στη φθινοπωρινή έκθεσή της το 2009, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπίστωνε ότι «Ως αντίδραση στην κρίση, η Κυπριακή κυβέρνηση έδρασε έγκαιρα, υιοθετώντας μέτρα τόνωσης της οικονομίας και διαρθρωτικά μέτρα που συμποσούνται στο 1.5% του ΑΕΠ». Στην περίοδο αυτή η Κύπρος διατήρησε τον 3ο ψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης στην Ευρωζώνη και το δημόσιο χρέος είχε αυξηθεί μόνο κατά τρεις μονάδες σε σχέση με αντίστοιχη αύξηση είκοσι μονάδων στην Ευρωζώνη.

Το 2011 εισήλθαμε με την αισιοδοξία ότι θα αφήναμε πίσω για τα καλά την ύφεση και τα προβλήματα που αυτή προκαλούσε. Κι αυτή την αισιοδοξία συμμεριζόταν και η τότε αντιπολίτευση. Ο κ. Αβέρωφ Νεοφύτου στις 16 Φεβρουαρίου 2011 δήλωνε ότι «…ουδείς αμφισβητεί ότι η οικονομία μπήκε σε ρυθμούς ανάκαμψης, αδύναμους το 2010 που θα βελτιωθούν το 2011 και το 2012…». Στο ίδιο μήκος κύματος και ο τέως διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας κ. Ορφανίδης που προέβλεπε σε δηλώσεις του στο ΚΥΠΕ στις 15 Φεβρουαρίου μέχρι και 2% ρυθμό ανάπτυξης για το 2011 και ψηλότερο για το 2012.

Δυστυχώς, δύο βασικοί λόγοι όχι μόνο δεν μας επέτρεψαν να εκπληρώσουμε τις προσδοκίες μας, αλλά επιδείνωσαν σοβαρά την κατάσταση της οικονομίας.

Πρώτος λόγος: Η επιδείνωση της κατάστασης της ευρωπαϊκής οικονομίας και ειδικά της Ευρωζώνης.  Ενώ το 2010 είχαν αρχίσει να διαφαίνονται σημάδια ανάκαμψης, μέσα στο 2011 η ευρωπαϊκή οικονομία επέστρεψε σε ύφεση, με αρνητικές συνέπειες και στην κυπριακή οικονομία.

Δεύτερος λόγος: Η παραπέρα επιδείνωση της κρίσης στην Ελλάδα, που συμπαρέσυρε την κυπριακή οικονομία λόγω της πολύ μεγάλης έκθεσης των κυπριακών τραπεζών σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου και σε ιδιωτικά δάνεια.

Επ’ αυτού είναι ξεκάθαρη η δήλωση που έκανε ο Έλληνας Πρωθυπουργός κ. Αντώνης Σαμαράς σε συνέντευξή του στον κ. Τσουρούλη στην εφημερίδα «Σημερινή» ότι, «Οι λόγοι που οδήγησαν την Κύπρο στον Μηχανισμό Στήριξης είναι πολύ διαφορετικοί από εκείνους που οδήγησαν την Ελλάδα. Για να είμαστε ειλικρινείς, η ελληνική κρίση χρέους πέρασε από τις κυπριακές τράπεζες και στην Κύπρο. Δυστυχώς, η ζημιά μεταδόθηκε από εμάς».

Η έκθεση των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα, αποτελεί την κύρια και καθοριστική αιτία για τις συνεχείς υποβαθμίσεις της Κύπρου, που οδήγησαν στο κλείσιμο των αγορών για τη χώρα μας, την άνοιξης του 2011 γεγονός που της αποστέρησε τη δυνατότητα για εξωτερικό δανεισμό.

Όσοι αμφισβητούν αυτό το γεγονός ας ρίξουν μια ματιά στις εκθέσεις των Οίκων Αξιολόγησης. Χαρακτηριστικά παραθέτω την Έκθεση των StandardandPoor’sστις 16 Νοεμβρίου 2010, όταν υποβάθμισε την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας μας. Ο Οίκος δικαιολόγησε την ενέργειά του αυτή με αποκλειστική αναφορά στα δεδομένα του τραπεζικού τομέα. Σύμφωνα με την Έκθεση «Η υποβάθμιση αντανακλά το γεγονός ότι η Κύπρος έχει γίνει πιο ευάλωτη σε εγγενείς πιστωτικούς κινδύνους από τα δάνεια στο εξωτερικό και στο εσωτερικό και την πιθανή επίδραση των κινδύνων αυτών στα δημόσια οικονομικά». Μάλιστα, ο Οίκος έκανε αναφορά στη μεγάλη έκθεση των τραπεζών στον κίνδυνο της Ελλάδας, όπου ο δανεισμός σε ομόλογα και σε ελληνικές επιχειρήσεις από κυπριακές τράπεζες είχε φτάσει στο 250% του κυπριακού ΑΕΠ. Σημειώνεται ότι η υποβάθμιση αυτή ήρθε λίγες μέρες μετά την επιτυχή άντληση ενός δισεκατομμυρίου ευρώ μέσω κρατικών ομολόγων στο εξωτερικό.  Όμως και οι άλλες υποβαθμίσεις που ακολούθησαν είχαν κατά κανόνα ως κεντρικό άξονα την υπερτροφία του τραπεζικού τομέα και τη μεγάλη έκθεση του στην Ελλάδα.

Αναφέρω, για παράδειγμα, την Έκθεση των Moody’s το Μάρτιο του 2012 στην οποία η υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας αποδίδεται στον «αυξημένο κίνδυνο για την κυπριακή Κυβέρνηση να υποχρεωθεί να προσφέρει στήριξη προς το εγχώριο τραπεζικό σύστημα λόγω των ζημιών του τελευταίου από τις επενδύσεις σε ελληνικό χρέος και την έκθεσή του στην ελληνική οικονομία».

Παράλληλα, αυτή η Έκθεση αναγνωρίζει τη σημασία των δημοσιονομικών μέτρων που έχουν ληφθεί από την Κυβέρνηση, τα οποία περιλαμβάνουν «μεγαλύτερες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις απ’ ότι αρχικά ανέμενε».

Παραθέτω επίσης την Έκθεση των StandardandPoor’s στις 3 Αυγούστου 2012, δηλαδή μετά που η Κύπρος αποτάθηκε στο Μηχανισμό που έλεγε ότι «η Κύπρος ακόμη και με την επίσημη βοήθεια, πιστεύουμε ότι η Κυβέρνηση θα παραμείνει σε αδύναμη δημοσιονομική θέση λόγω του τραπεζικού συστήματος που δεν είναι σε θέση να αντεπεξέλθει χωρίς την υποστήριξη της Κυβέρνησης ως αποτέλεσμα της έκθεσής του στην Ελλάδα». Κι αυτός ο Οίκος σαφώς αναφέρεται στο πρόβλημα των τραπεζών.

Αν το κλείσιμο των αγορών οφειλόταν στα δημοσιονομικά δεδομένα, τότε η Κύπρος δεν θα κατόρθωνε το Νοέμβριο του 2010 να δανειστεί μακροπρόθεσμα (για 5 χρόνια) ένα δισεκατομμύριο ευρώ από ξένους επενδυτές με το εξαιρετικά χαμηλό επιτόκιο για την εποχή ύψους 3.84%.  Αυτό και μόνο δείχνει ξεκάθαρα ότι οι ξένες αγορές είχαν εμπιστοσύνη στην οικονομική πολιτική της Κυβέρνησης. Επιπρόσθετα σημειώνω ότι όταν αποκλειστήκαμε από τις διεθνείς αγορές, την άνοιξη του 2011, ως Κύπρος είχαμε 23% λιγότερο δημόσιο χρέος από το μέσο όρο της Ευρωζώνης. 63.8% η Κύπρος – 86.8% η Ευρωζώνη.

Εμείς, ποτέ δεν εφησυχάσαμε ούτε και μείναμε παθητικοί μπροστά στις προκλήσεις και τις ανάγκες που δημιουργεί το ασταθές, αρνητικό οικονομικό περιβάλλον που υπάρχει διεθνώς. Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι στις 24 Ιανουαρίου 2012 το Συμβούλιο Υπουργών Οικονομικών (Ecofin) των κρατών-μελών της Ε.Ε. έκρινε ότι η Κύπρος «έλαβε αποτελεσματικά μέτρα για τη διόρθωση του ελλείμματος εντός των χρονικών ορίων που είχαν τεθεί (από το Συμβούλιο)», ενώ νωρίτερα, στις 11 Ιανουαρίου 2012 ο Ευρωπαίος Επίτροπος για την οικονομία Όλι Ρεν σε επιστολή του στον τότε Υπουργό Οικονομικών κ. Καζαμία έγραφε ότι «έχουμε αναλύσει προσεκτικά τα δημοσιονομικά μέτρα που λήφθηκαν και ανακοινώθηκαν δημοσίως μέχρι τις 10 Ιανουαρίου 2012. Είμαι στην ευχάριστη θέση να σας πληροφορήσω ότι η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν απαιτούνται για την Κύπρο περαιτέρω βήματα στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος».

Το πολιτικό κλίμα και η υπόσκαψη των προσπαθειών της Κυβέρνησης

Μιλώντας για τις προσπάθειες αντιμετώπισης της κρίσης και των προκλήσεων που εγείρονταν ενώπιον της οικονομίας, δεν μπορεί να μην γίνει αναφορά στο πολιτικό κλίμα και τη συμπεριφορά που επέδειξε η τότε αντιπολίτευση με την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που διέθετε έναντι της οικονομικής  πολιτικής και των προσπαθειών της Κυβέρνησης.

Το πρώτο που σημειώνω είναι η διαφορά φιλοσοφίας που υπήρχε στην αντιμετώπιση της κρίσης. Στην Κύπρο, όπως και διεθνώς, συγκρούστηκαν δύο βασικές φιλοσοφίες. Η πολιτική της ισορροπημένης, κοινωνικά ευαίσθητης με προσοχή στην ανάπτυξη που ακολουθήσαμε ως κυβέρνηση και η πολιτική της απόλυτης και μονόπλευρης λιτότητας, της στοχοποίησης και θυματοποίησης των εργαζομένων και των δικαιωμάτων τους και της προστασίας του μεγάλου κεφαλαίου, που προσπαθούσαν να επιβάλουν τα κόμματα που σήμερα κυβερνούν τον τόπο. Στη σύγκρουση αυτών των δύο βασικών φιλοσοφιών οικοδομήθηκε το πολιτικό σκηνικό ειδικά τα τρία τελευταία χρόνια.

Έχουμε ισχυρή την άποψη ότι η πολιτική μας για στήριξη της ανάπτυξης, του κοινωνικού κράτους και της εξυγίανσης της οικονομίας, καθώς και η απόρριψη της σκληρής λιτότητας, δικαιώθηκε. Δώσαμε μάχες στο Συμβούλιο και άλλα όργανα της Ε.Ε. για να περάσει η Ένωση από τις πολιτικές της λιτότητας στην πολιτική της ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής.

Στο εσωτερικό χλευαστήκαμε και κατηγορηθήκαμε από διάφορες κατευθύνσεις, γιατί λειτουργήσαμε με διαφορετική φιλοσοφία από αυτή που κυριαρχεί στην Ευρώπη. Η αντιπολίτευση επαναλάμβανε τον μπαμπούλα για στάση πληρωμών για 18 ολόκληρους μήνες δημιουργώντας πανικό και υποσκάπτοντας την εμπιστοσύνη των επενδυτών προς τη χώρα μας. Κι όμως στάση πληρωμών δεν επισυνέβη ούτε πριν ούτε και μετά τη λήξη της θητείας της Κυβέρνησής μας. Υποσκάφθηκε η προσπάθειά μας να εξασφαλίσουμε δάνειο από τη Ρωσία γιατί ήθελαν σώνει και καλά να ενταχθούμε στο Μηχανισμό Στήριξης. Τον Απρίλιο του 2011 γίναμε μάρτυρες δημόσιας επίθεσης ενάντια στη φερεγγυότητα των κυπριακών χρεογράφων. Η τριάδα Ν. Παπαδόπουλου, Α. Νεοφύτου και Αθανάσιου Ορφανίδη ασκούσαν πιέσεις ώστε το κράτος να μην μπορέσει να ανανεώσει τα χρεόγραφά του.

Στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση σήμερα εντείνονται οι φωνές και οι απόψεις ότι θα πρέπει να αναθεωρηθούν οι πολιτικές της σκληρής λιτότητας που δογματικά και κατά αποκλειστικότητα εφαρμόστηκαν. Πολιτικές που έβαλαν την ευρωπαϊκή οικονομία σε ένα φαύλο κύκλο ύφεσης, μαζικής ανεργίας, φτώχειας και κοινωνικών εντάσεων. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στην Κύπρο δεν είχαμε κοινωνική αναταραχή και απεργίες διαρκείας. Αυτό πρωτίστως οφειλόταν στα ισορροπημένα και, υπό τις περιστάσεις, ήπια μέτρα που λάβαμε. Αυτό οφειλόταν στο ότι ως Κυβέρνηση επιδείξαμε κοινωνική ευαισθησία και σεβαστήκαμε τον κοινωνικό διάλογο και τους κοινωνικούς εταίρους.

Ενώ στην Κύπρο πολεμηθήκαμε από την αντιπολίτευση, στην Ευρώπη παίρναμε τα εύσημα. Σημειώνω χαρακτηριστικά τη δήλωση του προέδρου του  Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κ. Μάρτιν Σουλτς ο οποίος στις 19 Μαΐου 2012 δήλωνε τα εξής: «Η Κύπρος είναι μια χώρα που τα τελευταία χρόνια ακολούθησε άλλη οδό από αυτή που πήραν πολλές χώρες της Ε.Ε. Σ’ αυτή τη χώρα η κοινωνική συνοχή εξακολουθεί να είναι η μεγαλύτερη προτεραιότητα της Κυβέρνησης σε αντίθεση με άλλες χώρες όπου συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Συνεπώς, πρέπει να επιστρέψουμε στις αρχές που πάντοτε υπερασπίζεται η Κύπρος και που θα είναι και οι αρχές της Κυπριακής Προεδρίας της Ε.Ε., δηλαδή κοινωνική συνοχή και κοινωνική δικαιοσύνη». 

Το δεύτερο που θα ήθελα να σημειώσω είναι η διαφορά αντίληψης για τη βασική αιτία των πραγματικών προβλημάτων της οικονομίας. Ενώ οι Οίκοι Αξιολόγησης υποβάθμιζαν την πιστοληπτική ικανότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας σαφέστατα αναφερόμενοι στα προβλήματα του κυπριακού τραπεζικού συστήματος και ειδικά στην ισχυρή σχέση του με την ελληνική οικονομία, η αντιπολίτευση σε όλους τους τόνους και με κάθε ευκαιρία μετέθετε το πρόβλημα από τις τράπεζες στα δημόσια οικονομικά.

Κάθε προσπάθεια εμού προσωπικά και γενικότερα της κυβέρνησης να εγείρουμε στο δημόσιο διάλογο την ανάγκη να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα του τραπεζικού συστήματος και οι επιπτώσεις τους στην πραγματική οικονομία, αντιμετωπιζόταν με επιθέσεις και απαξίωση από την αντιπολίτευση. Είναι χαρακτηριστική η δήλωση του κ. Αβέρωφ Νεοφύτου στη διαδικτυακή StockWatch που με καλούσε να σταματήσω να διαμορφώνω πολιτική με τον Πάμπη Κυρίτση και το Νίκο Μωυσέως και να καλέσω τον Ανδρέα Ηλιάδη ή το Μάκη Κεραυνό ή τον Παναγιώτη Κουννή να πιω ένα καφέ μαζί τους γιατί «έχουμε τους καλύτερους τραπεζίτες στην Κύπρο».

Καθημερινά κινδυνολογούσαν και δημιουργούσαν κλίμα που επηρέαζε αρνητικά την οικονομία.  Έστελλαν το μήνυμα στους πολίτες ότι οι αναφορές μας στις τράπεζες αποτελούν τάχα προσπάθεια ποδηγέτησης και παραγκωνισμού ενός ανεξάρτητου αξιωματούχου όπως είναι ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, ο οποίος είναι ο μοναδικά αρμόδιος και υπεύθυνος για το τραπεζικό σύστημα και δεν μπορεί η κυβέρνηση να παρεμβαίνει στο έργο του.

Αργότερα βέβαια, με την αλλαγή του διοικητή και της Κυβέρνησης αυτοί οι οποίοι ήταν διαπρύσιοι οπαδοί της ανεξαρτησίας του θεσμού και του ίδιου του κ. Ορφανίδη, άλλαξαν προσέγγιση και πολιτική. Σχεδόν καθημερινά τα βάζουν με το Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, προσπάθησαν να τον παύσουν και θέλουν να ελέγξουν το Συμβούλιο της. Τώρα γι’ αυτούς δεν υπάρχει η ανεξαρτησία του θεσμού. Τώρα ανακάλυψαν τα προβλήματα των τραπεζών τα οποία όμως προσπαθούν να τα αποδώσουν στην προηγούμενη κυβέρνηση και στο νέο διοικητή. Ο προστατευόμενός τους κ. Ορφανίδης, του οποίου έκαναν τους συνηγόρους περνά στο απυρόβλητο και οι ευθύνες καταβάλλεται προσπάθεια να μετακυλιστούν σε άλλους. Θα ήταν καλά, για χάριν της ιστορίας να θυμηθούμε ότι όλοι αυτοί συντονισμένα προσπάθησαν να πετύχουν τον επαναδιορισμό του κ. Ορφανίδη ισχυριζόμενοι ότι ο μη διορισμός του «ενδεχομένως να επηρεάσει και καταστάσεις στο Ευρωσύστημα» (ΔΗΣΥ), ότι «είναι το τελευταίο καρφί στο φέρετρο της οικονομίας» (ΔΗΚΟ), ότι «δημόσιοι λειτουργοί που αποδεδειγμένα επιτυγχάνουν στο έργο τους, αποτελούν πλεονέκτημα που δεν πρέπει να χάνεται για την Κύπρο (ΕΔΕΚ), ότι «είναιαπώλεια η αντικατάσταση του Αθανάσιου Ορφανίδη» (ΕΥΡΩΚΟ), και ότι «ο Πρόεδρος πρέπεινα ακούσει τη φωνή της λογικής και να επαναδιορίσει τον Ορφανίδη» (Οικολόγοι).

Για την αγορά ελληνικών ομολόγων όμως, τη στιγμή που ξένες τράπεζες τα ξεφορτώνονταν δεν ήταν ευθύνη της Κυβέρνησης ούτε και μπορούσε να παρέμβει. Ήταν ευθύνη και υποχρέωση του διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, που δεν το έπραξε. Η αγορά των ελληνικών ομολόγων κόστισε στις τράπεζες και κατ’ επέκταση στην κυπριακή οικονομία, περίπου 4.5 δις ευρώ. Η κυπριοποίηση της Μαρφίν Εγνατίας εγκρίθηκε από τον κ. Ορφανίδη. Δεν ήταν πράξη της Κυβέρνησης η οποία ούτε ρωτήθηκε ούτε γνώριζε. Αυτή η πράξη κόστισε στην κυπριακή οικονομία άλλα 5 δις ευρώ συν 5 δις ευρώ ELA που θα αποφεύγαμε αφού θα ήταν ευθύνη της Ελληνικής Κεντρικής Τράπεζας. Η αντιμετώπιση των κινδύνων από τη μεγάλη έκθεση των κυπριακών τραπεζών στην ελληνική οικονομία και η ανάγκη για διασπορά των κινδύνων, ήταν ευθύνη του διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας κ. Ορφανίδη που δεν την άσκησε. Η προβληματική λειτουργία των κυπριακών τραπεζών στο εξωτερικό –και κυρίως στην Ελλάδα- που προκαλούσε μεγάλες απώλειες κεφαλαίων έπρεπε να αντιμετωπιστεί,  από την Κεντρική Τράπεζα πράγμα που δεν έγινε. Η προβληματική εξαγορά ξένων τραπεζών, όπως αυτή της  Uniastrum, από κυπριακές τράπεζες, είναι επίσης ευθύνη του διοικητή. Οι επενδύσεις και η χορήγηση δανείων δεκάδων και εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ κατά παράβαση κάθε κανόνα συνετής τραπεζικής πρακτικής είναι επίσης ευθύνη του Διοικητή.

Για όλα αυτά και για πολλά άλλα, τα ποσά που χάθηκαν είναι δισεκατομμύρια και τα οικονομικά του κράτους δεν μπορούσαν σε καμιά περίπτωση να τα καλύψουν. Υπενθυμίζω ότι το ποσό ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών υπολογίστηκε στα 10 δις ευρώ, ποσό που υπερβαίνει κατά πολύ τον ετήσιο προϋπολογισμό της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σημειώνω ότι αριθμός αποφάσεων σε επίπεδο Κεντρικής Τράπεζας λαμβάνονταν προσωπικά από το διοικητή, όπως καταμαρτυρούν στοιχεία τα οποία συνέλεξε η Βουλή των Αντιπροσώπων και εξ’ όσων πληροφορούμαι παραδόθηκαν και στην Επιτροπή σας.

Για την απότομη μεγέθυνση του τραπεζικού τομέα μεταξύ 2004 – 2010, που έπρεπε να ελέγξει ο προηγούμενος διοικητής, και τον καταστροφικό ρόλο που αυτή διαδραμάτισε πάνω στην κυπριακή οικονομία, είναι πολύ αποκαλυπτικό το υπόμνημα που κατέθεσε την περασμένη εβδομάδα ενώπιον της Ερευνητικής Επιτροπής, ο σημερινός διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας κ. Δημητριάδης. Το υπόμνημα επισημαίνει ότι οι κυπριακές τράπεζες μεγεθύνθηκαν απότομα από το 2004 μέχρι το 2010 από τρεις σε έξι φορές του μεγέθους της κυπριακής οικονομίας, συσσωρεύοντας μεγάλες ανισορροπίες που οδήγησαν το σύστημα σε κατάρρευση. Υπήρχε «δραματική επέκταση» των ισολογισμών των τραπεζών με αποτέλεσμα ενώ το 2004 οι εγχώριες τράπεζες αποτελούσαν το 286% του κυπριακού ΑΕΠ, το 2010 έφθασαν το 601%. Συνολικά, ο τραπεζικός τομέας μεγεθύνθηκε από 388% σε 953% την ίδια περίοδο. Η διόγκωση οφειλόταν εν μέρει στην εισροή καταθέσεων από ξένους, λόγω των υψηλών επιτοκίων που προσέφεραν οι τράπεζες. Τα δάνεια διοχετεύτηκαν σε μεγάλο βαθμό στην εγχώρια αγορά ακινήτων με αποτέλεσμα να αυξηθούν απότομα οι τιμές. Μόνο το Μάρτιο του 2008, η ετήσια αύξηση έφθασε το 24%. Διοχετεύτηκαν επίσης δάνεια στην Ελλάδα, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα.  Όταν οι συνθήκες σε Ελλάδα και Κύπρο άρχισαν να επιδεινώνονται, αυξήθηκαν απότομα τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια σε Κύπρο και Ελλάδα, από επίπεδα κάτω του 10% σε 16% και 35%, αντίστοιχα. Στο υπόμνημα επισημαίνεται ότι «παρά την επιδείνωση της ποιότητας του δανειακού τους χαρτοφυλακίου, οι τράπεζες δεν είχαν διαχρονικά προβεί σε επαρκείς προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις. Παράλληλα, οι τράπεζες αύξησαν τις τοποθετήσεις τους σε ελληνικά ομόλογα ως ποσοστό του σχετικού χαρτοφυλακίου το 2009, με αποτέλεσμα με τα δύο κουρέματα να υποστούν ζημιές €4,4 δις ή 24% του ΑΕΠ της χώρας. Σε όλα αυτά ο τέως διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας απουσίαζε.

Αυτά και πολλά άλλα χρήσιμα κατέθεσε ενώπιον σας ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας. Το μόνο όμως που βρήκαν κάποιοι να μεταδώσουν παραπληροφορώντας ως συνήθως τους πολίτες, είναι ότι ο Πανίκος Δημητριάδης κάρφωσε δήθεν τον Χριστόφια για καθυστέρηση στην υποβολή ένταξης στο Μηχανισμό. Αυτό που είπε ο κ. Δημητριάδης, είναι πως η άποψη πως το Μνημόνιο έπρεπε να υπογραφεί νωρίτερα είναι μεν ορθή, αλλά γίνεται εκ των υστέρων. Όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε στην Επιτροπή «υπήρχε έντονη θέση από όλους, όχι μόνο της κυβέρνησης αλλά όλων των πολιτικών δυνάμεων ότι έπρεπε να αποφύγουμε το Μνημόνιο, αλλά τα δεδομένα άλλαξαν την περίοδο Μαΐου – Ιουνίου 2012 λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζαν οι δύο μεγάλες τράπεζες». Τα σχόλια τα αφήνω στους πολίτες πόσο αντικειμενική ήταν η πληροφόρηση που μετέδωσαν συγκεκριμένα ΜΜΕ. Είναι φανερό ότι μεταξύ ορισμένων ΜΜΕ, κατεστημένων και πολιτικών σκοπιμοτήτων η σχέση είναι στενή. Κι αυτό πέρα από τη στενή σχέση που ΜΜΕ έχουν με τις τράπεζες, οι οποίες μέχρι πρόσφατα αποτελούσαν το βασικό οικονομικό αιμοδότη τους. Σημειώνω απλά ότι σε περίοδο κρίσης, οι δύο βασικές τράπεζες της Κύπρου είχαν αυξήσει σημαντικά το κονδύλι για διαφήμιση.

Πολιτικές δυνάμεις, μερίδα των ΜΜΕ και άλλοι προσπάθησαν και προσπαθούν ακόμα να καλύψουν τον προηγούμενο διοικητή. Ισχυρίζονται ότι τάχα ο κ. Ορφανίδης προειδοποιούσε για τους κινδύνους στις τράπεζες. Ουδέν αναληθέστερον! Οι επιστολές του κ. Ορφανίδη προς την κυβέρνηση, οι οποίες παρουσιάστηκαν προ καιρού στη Βουλή και ξαναπαρουσιάστηκαν την περασμένη βδομάδα εδώ στην Ερευνητική Επιτροπή, δεν κάνουν καμιά αναφορά στην κατάσταση των τραπεζών, που ήταν αποκλειστική ευθύνη, υποχρέωση και αρμοδιότητα του διοικητή. Στον ουσιώδη χρόνο, και παρά τις προειδοποιήσεις των Οίκων Αξιολόγησης κι άλλων για τις τράπεζες, ο κ. Ορφανίδης διαβεβαίωνε ότι οι τράπεζές μας έχουν τόση ισχυρή κεφαλαιακή βάση που μπορούν να αντέξουν το όποιο κούρεμα. Αυτό δήλωνε ο κ. Ορφανίδης ακόμα και μερικές μέρες πριν ολοκληρωθεί η θητεία του.

Σ’ αυτό το σημείο θα ήθελα να αναφερθώ σε μια ατυχέστατη δήλωση του τέως Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας στις 4 Απριλίου 2011 στη Βουλή των Αντιπροσώπων και συγκεκριμένα σε συνεδρίαση της Επιτροπής Οικονομικών. Ο κ. Ορφανίδης δήλωσε ότι τα κυπριακά ομόλογα «δεν θεωρούνται τα πλέον αξιόπιστα στις διεθνείς αγορές». Η δήλωση αυτή καλύφθηκε από τα ΜΜΕ με τίτλους όπως «Σκιές Κεντρικής Τράπεζας για κυπριακά ομόλογα». Σημειώνω ότι είναι πρωτοφανές διοικητής κεντρικής τράπεζας να αφήνει σκιές για τους κρατικούς τίτλους της χώρας του. Σημειώνω ότι μερικές μέρες μετά τη δήλωση αυτή «έκλεισαν» οι διεθνείς αγορές για την Κύπρο, αφού αρκετοί κάτοχοι κυπριακών ομολόγων προσπάθησαν να τα πουλήσουν στη δευτερογενή αγορά με έκπτωση. Είναι φυσικό όταν ο διοικητής μιας κεντρικής τράπεζας αφήνει σκιές για τα ομόλογα της χώρας του, ξένοι διαχειριστές χαρτοφυλακίων να επιχειρούν να απαλλαγούν από τα ομόλογα αυτά έστω και με ζημιά.

Για τη στάση της τότε αντιπολίτευσης έναντι μέτρων της Κυβέρνησης:

Η τότε αντιπολίτευση μπορεί να ασκούσε συνεχώς κριτική ότι δήθεν δεν λαμβάνονταν μέτρα, αλλά δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που είτε απέρριψε μέτρα είτε καθυστέρησε την έγκρισή τους στη Βουλή απονευρώνοντάς τα κιόλας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα δημόσια ταμεία να απολέσουν σημαντικά έσοδα. Υπενθυμίζω ότι η Κυβέρνησή μου τον Απρίλιο του 2010 είχε στείλει νομοσχέδιο στη Βουλή για την προσωρινή αύξηση για δύο χρόνια του εταιρικού φόρου από 10% σε 11%. Τότε για την αντιπολίτευση αυτό αποτελούσε τεράστιο πρόβλημα γιατί, όπως ισχυρίζονταν, θα έφευγαν Ρώσοι κι άλλοι ξένοι καταθέτες. ΔΗΣΥ και ΔΗΚΟ απέρριψαν τότε την πρόταση, ενώ επί των δικών τους ημερών αύξησαν μόνιμα τον εταιρικό φόρο από 10% στο 12.5% και μάλιστα επιχειρηματολόγησαν ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με τους ξένους καταθέτες και επενδυτές. Το 2010 είχε πρόβλημα, το 2013 δεν είχε κανένα!

Τον Απρίλιο του 2010 ως Κυβέρνηση είχαμε καταθέσει πρόταση για αύξηση του φόρου στην ακίνητη περιουσία μεγάλης αξίας. Στην πρότασή μας προβλεπόταν απαλλαγή όσων ακινήτων η αξία ήταν μέχρι 40 χιλιάδες ευρώ με αξίες του 1980. Αυτό το μέτρο προτάθηκε μέχρι που το Κτηματολόγιο καταφέρει να επικαιροποιήσει τις αξίες των ακινήτων, πράγμα για το οποίο χρειαζόταν περίπου τρία με πέντε χρόνια. Κι αυτό το μέτρο ΔΗΣΥ και ΔΗΚΟ το καταψήφισαν με διάφορες δικαιολογίες, προφανώς για να προστατεύσουν τους κατόχους των μεγάλων αξιών. Τώρα, η νέα κυβέρνηση προώθησε νομοθεσία για φορολόγηση όλων των ακινήτων. Όλοι μέσα, και ο φτωχός και ο πλούσιος. Τον Απρίλιο του 2010 είχαμε αποστείλει στη Βουλή, τρία νομοσχέδια με είκοσι δύο μέτρα για ενίσχυση του νομικού πλαισίου για καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Κι ενώ όλοι υπογράμμιζαν την ανάγκη για να γίνει αυτό, η έγκριση των μέτρων καθυστέρησε για έντεκα ολόκληρους μήνες με διάφορες προφάσεις, και τελικά από τα εγκριθέντα μέτρα αφαιρέθηκαν τρία που ήταν τα πιο ουσιαστικά. Το 2010 είχαμε επίσης επιχειρήσει να στοχεύσουμε το επίδομα τέκνου και τη φοιτητική χορηγία και η τότε αντιπολίτευση το απέρριψε.

Πρέπει να πω ότι για τη φοροδιαφυγή ως Κυβέρνηση επιμερίσαμε μεγάλη προσοχή και καταβάλαμε τεράστιες προσπάθειες για να την καταπολεμήσουμε αυξάνοντας παράλληλα τα έσοδα του κράτους. Από το Διευθυντή του ΤΕΠ ζήτησα την πραγματοποίηση και προήδρευσα παγκύπριας σύσκεψης των λειτουργών του ΤΕΠ το 2010, για να υπογραμμίσω τη σημασία που δίνουμε ως Κυβέρνηση στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Έγιναν υπό την προεδρία μου συσκέψεις με τη συμμετοχή του Γενικού Εισαγγελέα, της Γενικής Ελέγκτριας, της Γενικής Λογίστριας, του Διευθυντή του ΤΕΠ, της Αστυνομίας για να εξεύρουμε τρόπους είσπραξης οφειλομένων ποσών και να ξεπεράσουμε νομικά, οργανωτικά και άλλα προβλήματα που έχουν να κάνουν με δομές και νοοτροπίες που για δεκαετίες δεν επιτρέπουν την αντιμετώπιση του προβλήματος. Παρότι το πρόβλημα συνεχίζει να υπάρχει, σημειώνω την αύξηση στα ποσά των εισπραχθέντων φόρων την περίοδο αυτή.

Πολλές προσπάθειες έγιναν και για την προώθηση μεταρρυθμίσεων στη δημόσια υπηρεσία. Για τούτο πραγματοποιήσαμε μερικές συσκέψεις με την ΠΑΣΥΔΥ και τις υπόλοιπες συνδικαλιστικές οργανώσεις. Ένα θέμα που πρώτο θέσαμε στις προτεραιότητές μας ήταν αυτό της εναλλαξιμότητας, που είναι σημαντικό για την αντιμετώπιση των αναγκών, αλλά και των κατεστημένων στη δημόσια υπηρεσία, το οποίο όμως δεν προχώρησε με πρόσχημα νομικές και συνταγματικές δυσκολίες. Η εμπειρία μου από αυτές τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν είναι πως πολύ δύσκολα γίνονται αποδεκτές και προωθούνται αλλαγές εκεί που διαταράσσονται συμφέροντα και κατεστημένα.

Κι ενώ η πλειοψηφία της Βουλής δεν έδειχνε καμιά προθυμία να συνεργαστεί μαζί μας στην αντιμετώπιση των δυσκολιών και καταψήφιζε μέτρα που θα αύξαναν τα δημόσια έσοδα, την ίδια ώρα προωθούσε και ενέκρινε μέτρα μέσα από τη Βουλή που αφαιρούσαν έσοδα ή αύξαναν τα έξοδα. Παραθέτω ως παραδείγματα τη μείωση του ΦΠΑ στα εστιατόρια από 8% στο 5%, την επιμονή για υιοθέτηση σειράς αιτημάτων, την προσπάθεια να ακυρωθούν οι άδειες κυκλοφορίας κ.ά.

Για την απομείωση (κούρεμα) του ελληνικού χρέους:

Πολλά λέγονται για την απομείωση του ελληνικού χρέους. Λέγεται ότι δεν θα έπρεπε να το αποδεχθούμε ή ότι θα έπρεπε να ζητήσουμε ανταλλάγματα. Αυτό που συνήθως δεν λέγεται είναι ότι αν οι διοικήσεις των τραπεζών δεν τζογάριζαν με την αγορά των ελληνικών ομολόγων δεν θα αντιμετωπίζαμε πρόβλημα. Αυτό κάποιοι το προσπερνούν.

Η πρώτη απομείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους (ΕΔΧ) προτάθηκε με απόφαση του Eurogroup σε σύνοδο στις 21.07.2011 και ήταν ύψους 21%. Στη σύνοδο του Eurogroup στις 21/22.10.2011 διαπιστώθηκε ότι η μη υλοποιημένη απόφαση δεν ήταν πλέον βιώσιμη. Ως κυπριακή πλευρά εκφράσαμε δυσφορία για τη μη υλοποίηση για τρεις μήνες της ληφθείσας απόφασης αφού η μακρά εκκρεμότητα δημιουργούσε επιπρόσθετες δυσκολίες στις αγορές.

Ακολούθως κλήθηκε η διαπραγματευτική ομάδα της Ένωσης να συζητήσει με τους πιστωτές την εθελοντικήσυμμετοχή τους (τονίζω το εθελοντική) με μεγαλύτερο ποσοστό απομείωσης έτσι που να καταστεί βιώσιμο το χρέος της Ελλάδας.

Στις 23.10.2011 συνήλθε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και στις 26.10 το Συμβούλιο Κορυφής της Ευρωζώνης στις Βρυξέλλες. Στον ουσιώδη χρόνο, τόσο δηλαδή λίγο πριν τις 26.10, ακόμα και μετά την απόφαση των αρχηγών κρατών της Ευρωζώνης την ίδια ημερομηνία, η κυβέρνηση δεν είχε καμία ενημέρωση τόσο από τις ίδιες τις τράπεζες όσο και από την Κεντρική Τράπεζα για οποιαδήποτε «καταστροφικά» αποτελέσματα λόγω της απομείωσης. Οι εκτιμήσεις που γνωρίζαμε ήταν πως η Τράπεζα Κύπρου έστω και δύσκολα θα μπορούσε να καλύψει τις κεφαλαιουχικές της ανάγκες μέχρι το τέλος του πρώτου εξαμήνου 2012 με ίδια κεφάλαια ενώ η Λαϊκή Τράπεζα θα χρειαζόταν κρατική στήριξη 1,2 – 1,5 δις ευρώ που μπορούσε να καλυφθεί με την έκδοση χρεογράφων και με νομοθετική ρύθμιση που προωθήθηκε χωρίς καμία καθυστέρηση σε συνεργασία του Υπουργείου Οικονομικών με την Κεντρική Τράπεζα.

Η απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωζώνης που ήταν πρόταση της Τρόικα δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια πρόταση-πρόσκληση προς τους πιστωτές του ελληνικού κράτους να διαπραγματευτούν. Στο Euro Summit Statement ημερ. 26.10.2011 στοκεφ. 12 τουαγγλικούκειμένουσελ. 4 αναφέρεται “…we invite Greece…by private investors”. Οι δύο μεγάλες κυπριακές τράπεζες εκπροσωπούνταν στη διαπραγμάτευση από το InternationalInstituteofFinance (IIF).

Στους πιστωτές ανήκαν πάνω από 80 τράπεζες από 20 περίπου χώρες και σε καμιά δεν δόθηκαν ανταλλάγματα για τη συμφωνία. Αυτό που προείχε ήταν η σωτηρία της Ευρωζώνης. Είμαι βέβαιος ότι κανένας δεν μπορεί να ισχυριστεί στα σοβαρά ότι η Κύπρος μπορούσε να αντέξει το πολιτικό βάρος να καταστρέψει την Ελλάδα και μαζί την Ευρωζώνη. Πέρα από το γεγονός ότι καταστροφή της οικονομίας της Ελλάδας σήμαινε και καταστροφή της οικονομίας της Κύπρου.

Όποιοι γνωρίζουν πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις σε Συμβούλιο Κορυφής είτε της Ευρωζώνης είτε της Ε.Ε. γνωρίζουν πολύ καλά ότι δεν υπήρχε καμιά απολύτως περίπτωση να γινόταν δεχτή ειδική ρύθμιση ή εξαίρεση για οποιονδήποτε από τους πιστωτές. Απλά η ρύθμιση που έγινε για τις ελληνικές τράπεζες επιτεύχθηκε γιατί υπήρχε άμεση συστημικότητα μεταξύ τους και του Ελληνικού Δημοσίου και περιλαμβανόταν στην προσπάθεια να περισωθεί το Ελληνικό Κράτος. Θα θυμίσω ότι το θέμα ήταν τόσο σημαντικό για το μέλλον της Ευρωζώνης που υποχρέωσε την Μέρκελ και το Σαρκοζί προσωπικά να συμμετάσχουν στις διαπραγματεύσεις με τους ιδιώτες πιστωτές της Ελλάδας, που εκπροσωπούνταν από τον Τσαρλς Νταλάρα, για να τους πείσουν να αποδεχθούν το κούρεμα. Και όπως έγραφε τότε η εφημερίδα «Πολίτης» (27.10.2011) σε ανταπόκριση του Βαγγέλη Αρεταίου από τις Βρυξέλλες, μόλις ανακοινώθηκε η συμφωνία 500 παρόντες δημοσιογράφοι ξέσπασαν σε χειροκροτήματα.

Η σύσταση που είχαμε από τους τεχνοκράτες ήταν πως έπρεπε να επιτευχθεί συμφωνία γιατί διαφορετικά θα κατέρρεε το Ελληνικό Κράτος και μαζί του θα χρεοκοπούσαν αμέσως οι δύο μεγάλες κυπριακές τράπεζες με άμεσες καταστροφικές επιπτώσεις πάνω στο Κυπριακό Δημόσιο.

Όσοι ισχυρίζονται ότι έπρεπε ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας να έθετε το θέμα των κυπριακών τραπεζών για να τύχουν της ίδιας μεταχείρισης με τις ελληνικές το κάνουν με την ασφάλεια, την άνεση και τη σιγουριά της εκ των υστέρων τοποθέτησης με την οποία ίσως συμφωνούν όλοι. Ας σημειωθεί ότι οι πρώτες τέτοιες τοποθετήσεις άρχισαν να γίνονται έξι περίπου μήνες μετά την απόφαση της 26ης Οκτωβρίου. Στον ουσιώδη χρόνο όλες οι πολιτικές δυνάμεις χαιρέτησαν την απόφαση αφού διευθετούσε μια εκκρεμότητα που επηρέαζε δυσμενώς την κυπριακή οικονομία. Οι ανακοινώσεις των κομμάτων και δηλώσεις πολιτικών προσώπων είναι καταγραμμένες και ο καθένας μπορεί να ανατρέξει σ’ αυτές. Ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας και οι διοικήσεις των τραπεζών για μακρά περίοδο, και πριν και μετά το κούρεμα, δήλωναν ότι οι τράπεζές μας έχουν ισχυρή κεφαλαιακή βάση και ότι μπορούν να καλύψουν τις ζημιές. Παραθέτω τρεις τέτοιες δηλώσεις του κ. Ορφανίδη:

Στις 19 Απριλίου του 2011 (πριν το κούρεμα δηλαδή): «Όσον αφορά την έκθεση των κυπριακών τραπεζών στο ελληνικό χρέος, έχουμε εξετάσει την κατάσταση και έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, παρόλο που υπάρχει έκθεση του τραπεζικού συστήματος, αυτή είναι διαχειρίσιμη, επειδή οι τράπεζες μας είναι πολύ καλά κεφαλαιοποιημένες. Έτσι, ακόμη και στην εξαιρετικά απίθανη περίπτωση, αν θέλουμε να τρέξουμε το αρνητικό σενάριο, για παράδειγμα, της επιβολής ζημιών από τις συμμετοχές του ελληνικού χρέους, οι τράπεζες μας θα καταφέρουν να το ξεπεράσουν αυτό…Οι τράπεζες μας ήδη πληρούν τις αυστηρότερες απαιτήσεις κεφαλαίου που γίνονται σταδιακά στο πλαίσιο της Βασιλείας Τρία».

Στις 11 Νοεμβρίου 2011, δύο και πλέον βδομάδες μετά το κούρεμα, σε σχέση με την ικανότητα των τραπεζών να ανταποκριθούν στις ανάγκες για αύξηση κεφαλαίου τόνιζε ότι: «Δεν συμμερίζομαι αυτή τη δυσπιστία. Οι τράπεζές μας διατηρούν σχετικά δυνατά κεφάλαια και έχουν δείξει τα τελευταία χρόνια πως όποτε χρειάστηκαν να αντλήσουν ίδια κεφάλαια, το έκαναν με επιτυχία. Γι’ αυτό, κινδυνολογίες δεν δικαιολογούνται. Είναι πράγματι δύσκολη η σημερινή συγκυρία, αλλά το τραπεζικό μας σύστημα απέδειξε πως αντέχει».

Επιπλέον, ακόμη και τον Απρίλιο του 2012,  στη συνάντηση της Συμβουλευτικής Οικονομικής Επιτροπής συνέχιζε να υποστηρίζει ότι: «Όσον αφορά τον τραπεζικό τομέα, οι ζημιές που προκλήθηκαν στις κυπριακές τράπεζες από το κούρεμα του ελληνικού χρέους κρίνονται ως διαχειρίσιμες.»

Τόσο πριν όσο κυρίως και μετά την απόφαση του Eurogroup αναζητήθηκαν τρόποι απάμβλυνσης του προβλήματος για τις κυπριακές τράπεζες:

Έγιναν νομοθετικές ρυθμίσεις για Διαχείριση των χρηματοοικονομικών κρίσεων νόμος 2011 και για σύσταση και λειτουργία ανεξάρτητου ταμείου χρηματοπιστωτικής σταθερότητας νόμος 2011. Έγιναν επαφές με το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) για απ’ ευθείας δανειοδότηση των τραπεζών ή έστω και εκ των υστέρων από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM). Έγιναν προσωπικές επαφές από τον Υπουργό Οικονομικών και από εμένα με τον  Έλληνα Πρωθυπουργό, τον Έλληνα Υπουργό Οικονομικών και εκπροσώπους τους για να γίνουν διευκολύνσεις στην περίπτωση της Κύπρου, αλλά δυστυχώς παρά τις προφορικές υποσχέσεις που δόθηκαν, στην πράξη δεν υπήρξε καμιά ανταπόκριση.

Οι σχέσεις με τον τέως διοικητή:

Παρότι είναι πέρα από προφανές ότι ο κ. Ορφανίδης ποτέ δεν προειδοποίησε για την πραγματική κατάσταση των τραπεζών, εντούτοις υπάρχουν ακόμα και σήμερα αυτοί που επιμένουν ότι ο τέως διοικητής τάχα προειδοποιούσε, αλλά δεν λαμβανόταν υπόψη από την κυβέρνηση εξαιτίας κακών σχέσεων. Αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Όταν γινόταν συζήτηση για το κούρεμα του ελληνικού χρέους, Υπουργός Οικονομικών ήταν ο κ. Κίκης Καζαμίας ο οποίος, έπειτα από δική μου προτροπή είχε καθημερινή, συνεχή σχέση με τον κ. Ορφανίδη. Άρα, επαφή με την κυβέρνηση υπήρχε και μάλιστα με τον καθ’ ύλη αρμόδιο. Με τον κ. Ορφανίδη είχα 12 συναντήσεις τα τρία πρώτα χρόνια 2008, 2009 και 2010. Σ’ αυτές τις συναντήσεις ο κ. Ορφανίδης περιοριζόταν μονοσήμαντα και συνεχώς να αναφέρεται στα δημοσιονομικά ζητήματα, ποτέ για τις τράπεζες που ήταν η αρμοδιότητά του, και να επιμένει στη λήψη μέτρων που να φορτώνουν την αντιμετώπιση των προβλημάτων αποκλειστικά στους ώμους των εργαζομένων καταργώντας δικαιώματά τους. Οι κατ’ ιδίαν επαφές με τον κ. Ορφανίδη συνεχίστηκαν τακτικά με συνεργάτες μου στο Προεδρικό, αλλά και υπουργούς της Κυβέρνησης. Άρα, σχέση και επαφή με την Κυβέρνηση υπήρχε συνεχώς.

Η προσφυγή στο Μηχανισμό:

Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, η Κυβέρνηση όπως κι όλες οι πολιτικές δυνάμεις είχαν τη θέση ότι θα έπρεπε πάση θυσία να αποφύγουμε το Μηχανισμό και την Τρόικα. Αυτό ήταν και το αίσθημα που επικρατούσε στην πλειοψηφία της κοινωνίας, η οποία εκ του σύνεγγυς βίωνε τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο ελληνικός λαός από τις πολιτικές λιτότητας που επέβαλε η Τρόικα στην Ελλάδα.

Η προσπάθεια αποφυγής του Μηχανισμού ήταν ορθή επιλογή. Δεν είναι τυχαίο που χώρες που βρίσκονται προ των πυλών του Μηχανισμού, όπως είναι η Ισπανία, η Ιταλία και η Σλοβενία, καταβάλλουν μεγάλες προσπάθειες για να τον αποφύγουν. Την ίδια συμβουλή είχε δώσει και ο Έλληνας Υπουργός Οικονομικών κ. Στουρνάρας, ο οποίος απαντώντας σε σχετική ερώτηση της ευρωβουλευτού Αντιγόνης Παπαδοπούλου, είπε χαρακτηριστικά:«Αν βρει η χώρα σας από άλλα κράτη χρηματοδότηση να την προτιμήσει για να μην υπαχθεί η Κύπρος στο Μνημόνιο…».

Μνημόνιο και Τρόικα σημαίνει απώλεια κυριαρχίας, σημαίνει επιβολή σκληρών και αντικοινωνικών μέτρων. Και στην περίπτωση της Κύπρου, μια χώρα υπό κατοχή, Μνημόνιο και Τρόικα σημαίνουν μεγάλο κίνδυνο για επιβολή επικίνδυνων λύσεων τόσο στο Κυπριακό όσο και στο θέμα της διαχείρισης του φυσικού αερίου, που αποτελεί τη μεγάλη ελπίδα του λαού μας για σύντομη έξοδο από τα αδιέξοδα που η ίδια η Τρόικα μας έχει ρίξει.

Ως κυβέρνηση, για να αποφύγουμε το Μνημόνιο, προσπαθήσαμε πάρα πολύ για να εξασφαλίσουμε δάνειο από τρίτη χώρα. Οι προσπάθειές μας επικεντρώθηκαν στη Ρωσία και την Κίνα. Η Ρωσία μας είχε ήδη παραχωρήσει δάνειο το 2011, ύψους 2.5 δις ευρώ, με πολύ καλούς όρους και αυτό δημιουργούσε προϋποθέσεις και προοπτικές για παραχώρηση ενός καινούριου ή αύξηση του προηγούμενου. Οι προσπάθειες για εξασφάλιση δανείου είχαν τη συναίνεση της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινωνίας, όπως δείχνουν όλες οι μετρήσεις της περιόδου, έστω κι αν ορισμένες πολιτικές δυνάμεις προσπαθούσαν να δημιουργήσουν σκιές και αντιδρούσαν γιατί καταφεύγουμε σε εξωευρωπαϊκές λύσεις, όπως δήλωναν.

Η επίπτωση από το πρώτο ρωσικό δάνειο, ήταν θετική για την οικονομία μας. Σημειώνω εδώ την αναφορά τουΠροϊστάμενου του Γραφείου Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους (ΓΔΔΧ) του Υπουργείου Οικονομικών κ. Φαίδωνα Καλοζώη σε συνέντευξη του στο ΚΥΠΕ στις 27 Οκτωβρίου 2011 που έλεγε ότι «Οι αποδόσεις των 5ετών και 10ετών ομολόγων του κυπριακού δημοσίου στη δευτερογενή αγορά παρουσιάζουν από το τέλος Αυγούστου μέχρι σήμερα μια σταθερή και συστηματική βελτίωση», γεγονός που καταδεικνύει «μια σταθερή αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των επενδυτών» προς την κυπριακή οικονομία, η οποία «ξεκίνησε με την ανακοίνωση για τη λήψη του ρωσικού δανείου, που είχε θετική επίδραση στους επενδυτές».

Έγιναν πολλές επαφές και για δάνειο, και για επενδύσεις ακόμα και για πώληση της Λαϊκής Τράπεζας. Μίλησα δύο φορές τηλεφωνικώς με τον Πρόεδρο της Ρωσίας κ. Πούτιν. Απέστειλα απεσταλμένους και επιστολές τόσο στον ίδιο όσο και στον Πρωθυπουργό Μετβιέντεφ. Παρά τις προοπτικές που φαινόταν να διαγράφονται για ευτυχή κατάληξη, δυστυχώς τελικά οι προσπάθειες δεν τελεσφόρησαν.

Οι διαπραγματεύσεις με την Τρόικα για το Μνημόνιο.

Η Τρόικα επισκέφθηκε την Κύπρο δύο φορές τον Ιούλιο του 2012. Μια στην αρχή και μια στο τέλος. Η πρώτη επίσκεψη ήταν προκαταρκτική και η δεύτερη ολοκληρώθηκε με την επίδοση προς την κυβέρνηση ενός σχεδίου Μνημονίου, το οποίο ονόμασε BuildingBlocks. Το Σχέδιο Μνημονίου αποτελείτο από τρεις ενότητες (τραπεζικό σύστημα, διαρθρωτικές αλλαγές, δημοσιονομικά ζητήματα). Η κυβέρνηση, σε συνεργασία με όλα τα υπουργεία και ειδικά το Υπουργείο Οικονομικών μελέτησε πολύ σοβαρά σημείο προς σημείο το Σχέδιο και ετοίμασε τις δικές της αντιπροτάσεις στα σημεία που ήταν, κατά την άποψή μας, απαράδεκτα. Αυτή η εργασία, περιέλαβε αργότερα τα κόμματα και τους κοινωνικούς εταίρους. Καθορίστηκαν οι στόχοι και έγινε σκληρή διαπραγμάτευση με την Τρόικα. Στη διαπραγμάτευση επικεντρωθήκαμε στη διασφάλιση ενός υποφερτού Μνημονίου. Δώσαμε προτεραιότητα στην προστασία εθνικών συμφερόντων διατηρώντας την κυριότητα και τη διαχείριση του φυσικού αερίου στα χέρια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το πετύχαμε! Διαπραγματευτήκαμε σκληρά για να προστατεύσουμε επικερδείς και κρίσιμους για την εθνική ασφάλεια ημικρατικούς οργανισμούς. Πετύχαμε να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για αποφυγή των ιδιωτικοποιήσεων. Πετύχαμε να κρατήσουμε στη ζωή σημαντικές εργατικές κατακτήσεις όπως είναι η ΑΤΑ, ο 13ος μισθός, οι συλλογικές συμβάσεις. Και το πιο σημαντικό, πετύχαμε ένα Μνημόνιο που προέβλεπε την πλήρη χρηματοδότηση των αναγκών της κυπριακής οικονομίας, περιλαμβανομένων και των αναγκών για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών με ποσό ύψους 10 δις ευρώ.

Το Μνημόνιο στο οποίο φθάσαμε σε κατ’ αρχήν συμφωνία με την Τρόικα στις 22 Νοεμβρίου 2012 ήταν σαφώς καλύτερο από το Μνημόνιο που διαμορφώθηκε μετά τη συμφωνία Γιούρογκρουπ – Αναστασιάδη στις 25 Μαρτίου 2013, του οποίου ο χαρακτήρας άλλαξε αφού η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών επιβλήθηκε να γίνει από εγχώριους πόρους με κούρεμα καταθέσεων, γεγονός που κατέστρεψε το τραπεζικό σύστημα έτσι όπως το γνωρίζαμε μέχρι σήμερα και κατ’ επέκταση την κυπριακή οικονομία. Οι συνθήκες που σήμερα βιώνουμε ως χώρα και ως λαός είναι άμεσο αποτέλεσμα της συμφωνίας για κούρεμα των καταθέσεων.

Το κούρεμα των καταθέσεων:

Ορισμένοι επιμένουν ότι το κούρεμα καταθέσεων είχε τεθεί στην περίοδο της δικής μας διακυβέρνησης. Ούτε κι αυτός ο ισχυρισμός ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Επ’ αυτού πολύ αποκαλυπτικά είναι τα όσα είπαν στη Βουλή των Αντιπροσώπων, τόσο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Αναστασιάδης όσο και ο τέως υπουργός Οικονομικών κ. Σαρρής. Ο κ. Σαρρής ευθαρσώς δήλωσε ότι το κούρεμα καταθέσεων τέθηκε για πρώτη φορά στις 5 Μαρτίου 2013, άρα επί ημερών της νέας κυβέρνησης. Ο κ. Αναστασιάδης, παραθέτοντας τη συνομιλία του που είχε με την κα Λαγκάρντ είπε επί λέξει, όταν η διευθύντρια του ΔΝΤ επέμεινε σε κούρεμα καταθέσεων για χρηματοδότηση των τραπεζών: «Αυτό είναι αδιανόητο. Ζητάτε από εμάς δεκαπέντε μέρες κυβέρνηση, αυτά που δεν ζητήσατε ποτέ από κανέναν προηγούμενα». Εκ των υστέρων φαίνεται ότι η πληροφορία περί κουρέματος καταθέσεων διέρρευσε επιλεκτικά με αποτέλεσμα να προκύψει η μεγάλη φυγή κεφαλαίων από τις τράπεζες το πρώτο δεκαπενθήμερο Μαρτίου 2013.

Οι ίδιοι που ισχυρίζονται για το κούρεμα καταθέσεων ότι τέθηκε προηγουμένως ισχυρίζονται επίσης πως η διάλυση της Λαϊκής Τράπεζας περιλαμβανόταν στο προηγούμενο Μνημόνιο. Για την τεκμηρίωση αυτού του ισχυρισμού διατυπώνεται η θέση ότι αυτό εννοεί ο όρος «resolution». Για «resolution» όμως μιλά τόσο το Μνημόνιο της Πορτογαλίας όσο και της Ελλάδας και εκεί δεν κουρεύτηκαν καταθέσεις. Αντίθετα, εξυγιάνθηκαν τράπεζες με άλλους τρόπους (π.χ. μεταφορά των εργασιών και όλων των καταθέσεων, ανεξαρτήτως ποσού, σε άλλες τράπεζες) και ανακεφαλαιοποιήθηκαν από χρήματα του προγράμματος, όπως έγινε με την περίπτωση της Αγροτικής Τράπεζας στην Ελλάδα, όπου κανένας καταθέτης δεν έχασε τα λεφτά του). Άρα, δεν έχει σχέση το «resolution» με τη διάλυση της τράπεζας, η οποία ήταν απότοκο και αποτέλεσμα του κουρέματος των καταθέσεων.

Η μη υπογραφή του Μνημονίου:      

Ένας δημοφιλής ισχυρισμός ορισμένων πολιτικών δυνάμεων είναι ότι εμείς δεν προχωρήσαμε στην υπογραφή του Μνημονίου. Κι αυτός ο ισχυρισμός δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Όταν με σκληρή διαπραγμάτευση καταλήξαμε σε κατ’ αρχήν συμφωνία με την Τρόικα και την καλέσαμε να το υπογράψουμε μόλις ολοκληρωθεί και ο διαγνωστικός έλεγχος που θα καθόριζε το ποσό ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών (υπενθυμίζω ότι η έκθεση της PIMCO υποβλήθηκε την 1 Φεβρουαρίου 2013), η Τρόικα και το Γιούρογκρουπ δεν ανταποκρίθηκαν. Την πρόσκληση για υπογραφή του Μνημονίου την επανέλαβα από του βήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 15 Ιανουαρίου 2013. Η απάντηση ήρθε από το Γιούρογκρουπ στις 21 Ιανουαρίου, το οποίο αποφάσισε την ολοκλήρωση της συζήτησης και την υπογραφή του Μνημονίου μετά τις προεδρικές εκλογές στην Κύπρο επειδή, όπως δήλωσε ο Πρόεδρος του Γιούρογκρουπ Ζαν Κλοντ Γιούνκερ«θεωρήσαμε ότι η στόχευση της συμφωνίας επί ενός προγράμματος μετά τις επερχόμενες εκλογές στην Κύπρο θα εξυπηρετούσε καλύτερα την εθνική ιδιοκτησία του προγράμματος». Άρα, η μη υπογραφή ήταν απόφαση του Γιούρογκρουπ και όχι δική μας.

Βέβαια ο πραγματικός λόγος της μη υπογραφής και της αναμονής μετά από τις εκλογές δεν ήταν αυτός που είπε ο κ. Γιούνκερ. Ο πραγματικός λόγος ήταν οι αντιδράσεις της Γερμανίας για το περιεχόμενο του Μνημονίου που κατ’ αρχήν είχαμε συμφωνήσει τον περασμένο Νοέμβριο. Η Γερμανία κατ’ ουδένα λόγο δεν ήθελε τη στήριξη των κυπριακών τραπεζών με ευρωπαϊκά κονδύλια. Ήθελε αυτό να γίνει με ίδιους πόρους. Αυτό αποκαλύπτεται από την ίδια την Ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Γερμανίας, η οποία απαντώντας σε ερώτηση που υπεβλήθη στο Γερμανικό Κοινοβούλιο από το Κόμμα της Αριστεράς, δήλωσε ευθαρσώς ότι η Γερμανία δεν υιοθέτησε τις πρόνοιες της κατ’ αρχήν συμφωνίας της Κύπρου με την ΤρόικαThe Federal Government does not adopt this draft as its own»)  και απαιτούσε επιπλέον όρους. Γι’ αυτό προειδοποιούσε κι ο Γερμανός Υπουργός Οικονομικών κ. Σιόιπλε από τον περασμένο Οκτώβριο. Και όπως έγραψε η συνήθως καλά πληροφορημένη WallStreetJournal αμέσως μετά τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών στην Κύπρο: «Η κεντροδεξιά νίκη στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών στην Κύπρου σημαίνει ότι η λιγότερο σημαντική διάσωση στην Ευρώπη μπορεί να κυλίσει προς τα εμπρός, όπως έχει προγραμματιστεί. Οι επαναληπτικές εκλογές το επόμενο Σαββατοκύριακο θα καθορίσουν ποιος θα διαδεχθεί τον Δημήτρη Χριστόφια, ο οποίος αντιστάθηκε στις γερμανικές φωνές για αναδιάρθρωση τραπεζών και για ιδιωτικοποιήσεις ως προϋπόθεση για τη διάσωση της Κύπρου. Ο Νίκος Αναστασιάδης, ο ηγέτης του ΔΗΣΥ και πιθανός νικητής των εκλογών, λέει ότι θα είναι περισσότερο δεκτικός».

Για τη στήριξη της Λαϊκής και τον ELA   

Δεν ήταν απόφαση της Κυβέρνησης η τύχη της Λαϊκής Τράπεζας. Ήταν της Κεντρικής Τράπεζας. Όλοι τότε υποστήριζαν ότι η Λαϊκή Τράπεζα δεν θα έπρεπε να κλείσει γιατί αυτό το γεγονός θα συμπαρέσυρε την Τράπεζα Κύπρου και ολόκληρο το τραπεζικό μας σύστημα μέσω του φαινομένου της μαζικής απόσυρσης καταθέσων (BankRun). Αυτό θα προκαλούσε την καταστροφή της κυπριακής οικονομίας. Επιπρόσθετα, είχε επισημανθεί και στη Βουλή των Αντιπροσώπων, όταν συζητήθηκε το θέμα της στήριξης της Λαϊκής Τράπεζας, ότι αν έκλεινε η Τράπεζα τότε το κράτος θα έπρεπε να αποζημιώσει τους ασφαλισμένους καταθέτες με 7.4 δις ευρώ που το κράτος δεν μπορούσε να καλύψει. Γι’ αυτό και όλα τα κόμματα στη Βουλή υπερψήφισαν τη στήριξη της Τράπεζας. Η απόφαση ήταν ότι η Τράπεζα θα ανακεφαλαιοποιείτο από τα χρήματα του Μνημονίου, γεγονός που θα επέτρεπε την εξυγίανση και την ανάκαμψη του συστήματος, όπως εξήγησε ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας κ. Δημητριάδης ενώπιον της Επιτροπής σας την περασμένη βδομάδα.

Σε ό,τι αφορά στον ELA, κι αυτό το ζήτημα είναι αρμοδιότητα της Κεντρικής Τράπεζας. Είναι με τη μεσολάβηση και την εγγύηση της Κεντρικής  Τράπεζας που η Λαϊκή Τράπεζα άρχισε να λαμβάνει ELA, από το Σεπτέμβριο του 2011. Μέχρι τον Ιούνιο του 2012 που κρατικοποιήθηκε η τράπεζα, ο ELA είχε ανέλθει στα 9 δις περίπου κι αυτό είχε κοινοποιηθεί στη Βουλή, όταν συζητήθηκε το θέμα της στήριξης της τράπεζας. Η ενίσχυση της Λαϊκής Τράπεζας με ELA ήταν γνωστή σε όλους. Θυμίζω ότι η Βουλή, στο τέλος του 2012 είχε εγκρίνει δύο φορές κρατικές εγγυήσεις για πρόσθετη παραχώρηση ELA προς τη Λαϊκή Τράπεζα. Υπενθυμίζω επίσης ότι ο κ. Αναστασιάδης τον Νοέμβριο του 2012 με δύο επιστολές του, μία εκ των οποίων ανέγνωσε και στη σύσκεψη των αρχηγών των κομμάτων που έγινε στο Προεδρικό στις 21 Νοεμβρίου, ενημέρωνε για την απόρρητη απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τερματισμό της παροχής ELA μέχρι την 21η Ιανουαρίου 2013.

Επίλογος

Τα όσα συνοπτικά έχουν κατατεθεί αποδεικνύουν πέρα πάσης αμφιβολίας ότι βρεθήκαμε εδώ που βρεθήκαμε εξαιτίας της κατάστασης στο κυπριακό τραπεζικό σύστημα. Κι αυτοί που αποφασίζουν για το τραπεζικό σύστημα, σύμφωνα με τους Κανονισμούς λειτουργίας της Ευρωζώνης, είναι οι διοικήσεις των τραπεζών με την ευθύνη της εποπτείας να ανήκει αποκλειστικά στην Κεντρική Τράπεζα. Αυτό καθορίζεται από τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο και τον περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμο, με βάση τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες και Κανονισμούς και τις Γενικές Αρχές της Επιτροπής της Βασιλείας.

Δυστυχώς, οι αρνητικές εξελίξεις στο κυπριακό τραπεζικό σύστημα δεν αντιμετωπίστηκαν από την αρμόδια αρχή με αποτέλεσμα να χρειαστεί τη στήριξη του κράτους, που δεν μπορούσε να αντέξει το οικονομικό βάρος γιατί ήταν δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με το ΑΕΠ της χώρας. Αυτό το γεγονός υποχρέωσε την Κύπρο να προσφύγει στο Μηχανισμό, όπου εκεί έδρασαν τα αλλότρια συμφέροντα και αντί η Κύπρος να βοηθηθεί, με τις αποφάσεις του Γιούρογκρουπ, την κατέστρεψαν. Έχει λεχθεί πολύ εύστοχα ότι με τέτοιες πολιτικές που το Γιούρογκρουπ έχει εφαρμόσει σε βάρος της Κύπρου, ποτέ προηγουμένως ο όρος «αλληλεγγύη» δεν ήταν τόσο κοντά στον όρο «νεοαποικισμός».

Κάθε ένας που διαθέτει στοιχειώδη αντικειμενική σκέψη, και ανεξαρτήτως των απόψεων που μπορεί να έχει για την ακολουθούμενη δημοσιονομική πολιτική, μπορεί εύκολα να διαπιστώσει ότι στην περίπτωση της Κύπρου τα δημοσιονομικά δεδομένα αποτελούν δευτερεύον ζήτημα σε σχέση με το ζήτημα των τραπεζών, το οποίο καθόρισε την καταστροφική πορεία της κυπριακής οικονομίας.

Εδώ προκύπτει ένα κεφαλαιώδες θέμα αρχής που έχει να κάνει με την ουσία της δημοκρατίας, την πολιτική και τους πολιτικούς. Οι ακολουθούμενες πολιτικές δεν μπορεί να δικάζονται ούτε και υπόκεινται σε λογικές δικαστηρίων και ερευνητικών επιτροπών. Οι πολιτικές κρίνονται από τον κυρίαρχο λαό στις εκλογές και τελικός κριτής είναι η ίδια η ζωή. Και μέχρι τώρα η ζωή έχει αποδείξει ότι η κρίση του καπιταλισμού δεν έγινε κατορθωτό να αντιμετωπιστεί από καμιά κυβέρνηση και καμιά χώρα που αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες. Και αυτές δεν είναι μόνο οι χώρες που έχουν ενταχθεί στο Μηχανισμό, αλλά και άλλες όπως είναι η Ιταλία, η Βρετανία, η Γαλλία, η Τσεχία, η Σλοβενία και άλλες παρά τα μέτρα που λαμβάνονται.

Οι πολιτικοί καθημερινά λογοδοτούν στην κοινωνία και είναι συνεχώς κάτω από κρίση με κορυφαία στιγμή της δημοκρατίας, τις εκλογές. Ένα είναι να υπάρχουν διαφωνίες επί πολιτικών κι άλλο είναι να λαμβάνονται αποφάσεις που εκπορεύονταν από απληστία για κέρδος, όπως σημείωσε σε πρόσφατή του συνέντευξη ο τέως υπουργός Οικονομικών κ. Σαρρής στον Αλ Τζαζίρα για τις τράπεζες.

Ένα είναι να υπάρχουν διαφωνίες και διαφορετικές αντιλήψεις για μέτρα και πολιτικές και άλλο είναι να παραβιάζονται νόμοι και κανονισμοί της διοίκησης και της εποπτείας των τραπεζών, όπως έγινε στην περίπτωση της Κύπρου. Παραδείγματα υπάρχουν πολλά. Πώς γίνεται για παράδειγμα η Τράπεζα Κύπρου και η Λαϊκή Τράπεζα να κατείχαν ελληνικά ομόλογα πέραν του 100% του κεφαλαίου τους; Γιατί δεν διασφαλίστηκε η βασική αρχή της διασποράς κινδύνου; Και οι δύο τράπεζες παραχώρησαν δάνεια πέραν των 23 δις ευρώ -140% του κυπριακού ΑΕΠ- σε μια οικονομία, την ελληνική, που πτώχευε. Γιατί οι διοικήσεις τραπεζών παραχωρούσαν δάνεια δεκάδων και εκατοντάδων εκατομμυρίων, και σε αρκετές περιπτώσεις σε μέλη των διοικητικών τους συμβουλίων και άλλα συνδεδεμένα με αυτούς πρόσωπα με ευνοϊκούς όρους, αλόγιστα χωρίς οι δανειολήπτες να διαθέτουν ικανότητα πληρωμής ή και να λαμβάνουν επαρκείς εξασφαλίσεις; Ποιος θα υποστεί σήμερα όλες τις ζημιές από όλα αυτά τα δάνεια; Γιατί επιτράπηκε στις τράπεζες να προχωρήσουν σε διάθεση χρεογράφων, αξιογράφων και μετοχών με παραπλανητικές πρακτικές με αποτέλεσμα να χαθούν δισεκατομμύρια από τις αποταμιεύσεις του απλού κόσμου; Γιατί επιτράπηκε στις τράπεζες να παραχωρούν φιλοδωρήματα εκατομμυρίων ευρώ, τα γνωστά μπόνους, στα ανώτερα διευθυντικά τους στελέχη, από πλασματικά κέρδη και σε βάρος των καταθετών και των μετόχων τους; Γιατί η εποπτική αρχή δεν πήρε μέτρα για να περιοριστούν οι κίνδυνοι; Τέτοια και πολλά άλλα θέματα εγείρονται για τις διοικήσεις των τραπεζών και την Κεντρική Τράπεζα.

Αν υποκύψουμε στη λογική της δίκης και της καταδίκης πολιτικών σε αίθουσες δικαστηρίων και ερευνητικών επιτροπών τότε θα οδηγηθούμε στην ποινικοποίηση της πολιτικής μας ζωής, εξέλιξη που θα προκαλέσει νέα δεινά στη χώρα μας.

Η Κύπρος διέρχεται μια φοβερή, μια πρωτόγνωρη κρίση. Γι’ αυτήν έχουν λεχθεί και έχουν γραφτεί πάρα πολλά και είμαι βέβαιος ότι θα λεχθούν ακόμα περισσότερα, αφού δυστυχώς ακόμα ο λαός μας έχει δύσβατο, κακοτράχαλο δρόμο να διανύσει μέχρι να εξέλθει από την κρίση. Διάφοροι, χρησιμοποιώντας κάθε μέσο, καλλιεργούν και ανατροφοδοτούν το μύθο ότι η κρίση στην Κύπρο είναι αποτέλεσμα της πολιτικής της προηγούμενης κυβέρνησης. Σ’ αυτούς όλους με σαφήνεια και χωρίς περιστροφές απαντά ο καθ’ ύλη αρμόδιος Επίτροπος, ο Επίτροπος για τις Οικονομικές και Νομισματικές Υποθέσεις και για το Ευρώ και Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Όλι Ρεν και μάλιστα με τον πιο επίσημο τρόπο, ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο οποίο κλήθηκε να απαντήσει για το θέμα της Κύπρου.

Είπε ο κ. Όλι Ρεν: «Τα προβλήματα της Κύπρου συσσωρεύτηκαν εδώ και πολλά χρόνια. Στην καρδιά τους βρίσκεται ένας υπερμεγέθης τραπεζικός τομέας ο οποίος άνθισε ελκύοντας ξένες καταθέσεις με πολύ ευνοϊκούς όρους…. Ήταν τα προβλήματα σ’ αυτές τις τράπεζες που προκάλεσαν τα προβλήματα στα δημόσια οικονομικά και την οικονομική ύφεση στην Κύπρο, και όχι το αντίθετο».

 

Τάκη Χατζηδημητρίου: Το Φυσικό Αέριο ορίζει τη Νέα Εποχή για την Κύπρο.

Αυγούστου 20, 2013

Μπορεί η κυβέρνηση καθηκόντως να αρνείται την σχέση, αλλά μόνο αφελείς δεν μπορούν να δουν τι έρχεται. Η νέα προσπάθεια λύσης του Κυπριακού θα συνδέεται σαφώς με τους υδρογονάνθρακες της περιοχής, καθώς επίσης και τις μακροπρόθεσμες οικονομικές προοπτικές της επανενωμένης πλέον Κύπρου.

Βρισκόμαστε και πάλι μπροστά σε μια κατάσταση win –win για όλες τις πάντες, όπως και το 2004.

Ταυτόχρονα ελπίζω πως οι απορριπτικοί και λυσοφοβικοί όλων των αποχρώσεων θα περιοριστούν στο παρασκήνιο, ειδικότερα όταν γίνει σαφής η σχέση της λύσης με την ίδια την ευημερία του νησιού μας.

Αυτό που με ανησυχεί αυτή τη φορά είναι η υπευθυνότητα (ή η έλλειψη αυτής) που θα δείξει η αριστερά. Κουβαλώντας στην πλάτη της μια καταστροφική πενταετία με ένα πρόεδρο μειωμένων ικανοτήτων και δυνατοτήτων, βρίσκεται σαφώς στην άμυνα. Αντί της συνετής και αξιοπρεπούς επιλογής της αποστασιοποίησης από το άτομο, και την αυτοκριτική, φαίνεται πως η επιλογή είναι η ιδεολογική επίθεση: όχι, δεν ηταν αχάπαρος ο Χριστόφιας, είναι η δεξιά και ο ιμπεριαλισμός που τα δημιούργησαν όλα και αφού μας συμπεριφερθήκατε έτσι, τώρα είναι η σειρά μας να σας δείξουμε.

 Έχουμε στην κορυφή της αντίδρασης αυτής την εξωφρενική εφημερίδα «Γνώμη» με τα συστηματικά εβδομαδιαία παλαβά «αποκλειστικά» ρεπορτάζ, ενώ υπάρχει και η πιο εξειδικευμένη και επιτηδευμένη «Δέφτερη Ανάγνωση», η οποία με πιο κουλτουριάρικο και μελετημένο οφείλω να παραδεχτώ τρόπο, κτίζει τα ιδεολογικά οχυρά της αριστεράς, σε ένα κόσμο εικονικής πραγματικότητας, που όμως εξυπηρετεί πλήρως τα ευτελή τους ιδεολογικά συμφέροντα.

Το επίσημο ΑΚΕΛ οφείλω να πω ότι είναι πιο προσεκτικό. Δεν ξεχνούμε όμως πως το 2004 το ΑΚΕΛ ηταν κυβερνητικός εταίρος (και άρα θα υπέθετε κανείς, ένοιωθε πως βρισκόταν σε ισχυρή θέση), και παρ’ όλα αυτά δείλιασε και κατέστρεψε την ευκαιρία για λύση αρνούμενο να έρθει σε σύγκρουση με τον Τάσσο Παπαδόπουλο. Λογικά, τώρα που βρίσκεται αποδυναμωμένο στην αντιπολίτευση, έχοντας την ανάγκη να «εκδικηθεί» τη δεξιά που βρίσκεται τώρα στην κυβέρνηση, είναι πολύ πιθανό να συμπεριφερθεί και πάλι ανεύθυνα και μη πατριωτικά.

Η λύση που έρχεται γράφουν ήδη η Γνώμη και η Δέφτερη Ανάγνωση είναι ιμπεριαλιστική, θα μας επιβληθεί, θα μας τα φάνε μούχτιν τα γκάζια, θα μας ξεπουλήσουν στον καπιταλισμό, και άρα από τώρα κτίζουν μια αντίδραση, χειρότερη από την εθνικιστική αντίδραση του 2004.

Ή ίσως ο αχυρένιος Άντρος μπορεί να δει την προσπάθεια αυτή για λύση ως την μοναδική του ευκαιρία για να αναδειχτεί σε αυτόφωτο ηγέτη του κόμματος, και να μείνει στην ιστορία απομακρυνόμενος από τη θλιβερή φιγούρα Χριστόφια. Θα ειναι επίσης και η μοναδική του ευκαιρία να εκσυγχρονίσει το ΑΚΕΛ για να μπορεί να παίζει πιο εποικοδομητικό ρόλο στα χρόνια που θα έρθουν. 

Δύσκολα μπορώ να το δω αυτό ως κάτι καλύτερο από ευσεβοποθισμό.

 Κείμενο με ιδέες παρόμοιες με αυτές του Τάκη Χατζηδημητρίου που αναδημοσιεύω πιο κάτω, είχα γράψει και εγώ αρκετούς μήνες πιο πριν, εδώ

 

 

Τάκη Χατζηδημητρίου: Το Φυσικό Αέριο ορίζει τη Νέα Εποχή για την Κύπρο.

Η βασική αδυναμία όλων όσοι εμπλέκονται στο Κυπριακό, ιδιαίτερα της Ελλάδας, Τουρκίας και Κύπρου,  που συντέλεσε κι εξακολουθεί να συντελεί  στην παράταση του προβλήματος, συνίσταται στην αδυναμία τους να κατανοήσουν και να συμπορευτούν με τις εξελίξεις, να πάρουν τα μηνύματα των καιρών και να αντιληφθούν τις ισορροπίες που συνεχώς αναδιαμορφώνονται στην περιοχή και στον κόσμο.

Το εθνικιστικό κίνημα που στη δεκαετία του 1950 κυριάρχησε τόσο μεταξύ των δύο κοινοτήτων όσο και στις σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας θα έπρεπε κανονικά να είχε λήξει το 1960. Αυτό δυστυχώς δε έγινε κι εξελίχθηκε σε εθνικιστικό παραλήρημα, που προκάλεσε απέραντο πόνο στους ανθρώπους και εκτροχίασε δραματικά την ιστορία του τόπου. Οι ευθύνες των ηγεσιών για τις δυσμενείς εξελίξεις είναι ανυπολόγιστες. Αντί να προσπαθήσουν να συγκρατήσουν και να εκλογικεύσουν τις καταστάσεις, με τις μεθοδεύσεις και τις διακηρύξεις τους συνέβαλαν καθοριστικά στην καταστροφική πορεία της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Παρόλο που τα πολιτικά και οικονομικά προβλήματα της Ελλάδας και της Τουρκίας έχουν στρέψει την προσοχή των λαών τους  σε άλλα ζητήματα, οι πολιτικές ελίτ διατηρούν στη φαρέτρα τους την εθνικιστική εκμετάλλευση του Κυπριακού με καιροσκοπικές διαθέσεις και υπολογισμούς. Έτσι, το Κυπριακό παραμένει, για δεκαετίες τώρα, θέμα τοπικού και περιφερειακού εθνικού ανταγωνισμού και στενόκαρδων στρατιωτικών υπολογισμών, όταν ο κόσμος γύρω τους έχει αλλάξει και όλοι, μικροί και μεγάλοι, βρίσκονται μέσα στη δίνη της παγκοσμιοποίησης και των εκβιαστικών όρων των αγορών. Ο 21ος αιώνας φέρνει τα μηνύματα μιας άλλης εποχής, ενώ εμείς  εξακολουθούμε να ζούμε με τα δεδομένα του 19ου αιώνα. Συνεχίζεται στην Κύπρο μια ελληνο-τουρκική αναμέτρηση, ωσάν να πρόκειται ποτέ να λυθεί με την ολοκληρωτική επικράτηση της μιας πάνω στην άλλη πλευρά.

Η πολιτική της επικράτησης δοκιμάστηκε αρχικά από την ελληνική και στη συνέχεια από την τουρκική πλευρά χωρίς επιτυχία. Σε μια πρώτη φάση το πάνω χέρι είχε η ελληνική πλευρά, όμως απέτυχε παταγωδώς να επιβάλει την παρουσία και τη θέλησή της. Στη συνέχεια, μετά το 1974, παρόλη την κατοχή των 37% του νησιού και τη στρατιωτική της υπεροχή, η  Τουρκία παρουσιάζεται ανίκανη να επιβάλει τη λύση που  επιθυμεί.

Απάντηση σε αυτή τους την αδυναμία δίνουν οι παρεμβάσεις, άμεσες ή έμμεσες, των μεγάλων δυνάμεων, την εύνοια των οποίων επιζητούν με πολλή προσπάθεια και οι δύο πλευρές.  Οι μεγάλες δυνάμεις έχουν τα δικά τους συμφέροντα και αυτά δεν ταυτίζονταν ούτε με εκείνα της Ελλάδας αλλά ούτε και της Τουρκίας, έστω και αν κατά καιρούς απέκλιναν πιο πολύ προς την πλευρά της Τουρκίας. Προτιμούν μια ανεξάρτητη Κύπρο και όχι ένα νησί κάτω από τον έλεγχο ή την κυριαρχία της μιας ή της άλλης χώρας. Δεν ήθελαν μια Ελλάδα που να ελέγχει τη μισή Μεσόγειο και δε θέλουν μια Τουρκία που να ελέγχει,  όχι μόνο τη Μαύρη Θάλασσα και τα Δαρδανέλλια, αλλά και την Ανατολική Μεσόγειο, με τα στρατηγικής σημασίας σημεία και τους πλουτοπαραγωγικούς της πόρους.

Η συντήρηση της Κύπρου ως ενός ανεξάρτητου, έστω και αδύνατου, κράτους στην Ανατολική Μεσόγειο, που να εμπεριέχει μια υποτυπώδη  σχέση ισορροπίας μεταξύ ελληνικής και τουρκικής πλευράς, φαίνεται να ταιριάζει περισσότερο με τα συμφέροντα μεγάλων και μικρών δυνάμεων, ακόμη και των χωρών της άμεσης γειτονίας της.

Τα νέα δεδομένα με τις ΑΟΖ και το φυσικό αέριο στη Λεβαντίνη έρχονται να ενισχύσουν τη διατήρηση της Κύπρου ως ανεξάρτητου κράτους. Μια προοπτική που θα την επιδιώκει πια και η Τουρκία, γιατί η διχοτόμηση θα αντιστρατευόταν τελικά και τα δικά της συμφέροντα. Θα απέκλειε τους Τουρκοκύπριους από τα οφέλη του φυσικού αερίου και θα αποστερούσε και την ίδια  από την εξασφάλιση φτηνού αερίου για τις δικές της ανάγκες αλλά και για την ενίσχυση των αγωγών της προς την ΕΕ. Η διοχέτευση του φυσικού αερίου της Κυπριακής ΑΟΖ στους αγωγούς της Τουρκίας παραμένει  μια  ιδιαίτερα  δελεαστική επιλογή και για την ενωμένη μελλοντικά  Κ.Δ.

Όλοι οι παράγοντες που εμπλέκονται στο Κυπριακό είναι πια αντιμέτωποι με καταστάσεις και συνθήκες που συνδέονται με  πιο σύνθετα και περίπλοκα  συμφέροντα. Τα παλαιά που εντοπίζονταν μόνο στις διαφορές που υπήρχαν μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας και Κύπρου είναι  απόλυτα ξεπερασμένα.

Στην εποχή της διασυνοριακής και υπερεθνικής αντιμετώπισης των προβλημάτων ούτε η Κύπρος ούτε η Τουρκία μπορούν να μένουν προσκολλημένες σε ένα ξεπερασμένο παρελθόν. Όλοι χρειαζόμαστε όλους και όλοι είμαστε εξαρτημένοι από τους άλλους. Χρειαζόμαστε ειρήνη και ασφάλεια στις χώρες μας και στις μεταξύ μας σχέσεις. Και όλοι μαζί χρειαζόμαστε ειρήνη και ασφάλεια στη Μέση Ανατολή και, κύρια, διευθέτηση του παλαιστινιακού.

Θα πρέπει εξ αρχής  να λογαριάσουμε ότι η αξιοποίηση του φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο προϋποθέτει συνεργασίες και συμφωνίες με τις χώρες της περιοχής. Αυτή η αναγκαιότητα επέβαλε τις διακρατικές συμφωνίες  μεταξύ Κύπρου, Ισραήλ και Αιγύπτου και τη μη επικυρωμένη ακόμη συμφωνία με το Λίβανο. Δηλαδή η εκμετάλλευση του φυσικού αερίου εξαρτάται από τις συμφωνίες που κάνουμε με χώρες που έχουν διαφορετικές από τις δικές μας διασυνδέσεις και συμφέροντα. Τυγχάνει μάλιστα να μας περιβάλλουν χώρες με καθεστώτα και συστήματα ασταθή, άρα και ευμετάβλητα. Η όποια συμφωνία μαζί τους απαιτεί συνεχή παρακολούθηση και επιβεβαίωση. Η αξιοποίηση του φυσικού αερίου βασίζεται όχι στις εθνικιστικές εξάρσεις και εμμονές, αλλά στην υπερεθνική συνεργασία για την εκμετάλλευσή του μέσα σε συνθήκες ειρήνης και πολιτικής σταθερότητας.

Δεύτερο, τα κοιτάσματα βρίσκονται σε απόσταση 200 μιλίων, βαθιά μέσα σε διεθνή ύδατα. Άρα πολύ μακριά από τις ακτές μας. Αυτό σημαίνει ότι η άσκηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, ακόμη και μετά την υπογραφή συμφωνιών με τις γειτονικές χώρες,  προϋποθέτει και δυνατότητες διασφάλισής τους.  Και αυτό συνιστά κεντρικό σημείο,  που ενισχύει την ανάγκη για διεθνή συνεργασία και που εξασθενίζει τη στενά εθνική νοοτροπία στην προσέγγιση του θέματος. Η προστασία δεν εξασφαλίζεται με εθνικιστικές κορώνες αλλά  με συγκεκριμένες ενέργειες και συνεργασίες με όσους έχουν κοινά μαζί μας συμφέροντα, αλλά και που έχουν  τη δυνατότητα να προσφέρουν αυτή την προστασία. Από τη στιγμή που προστρέχουμε σε τρίτους για συνεργασία, θα πρέπει να συνυπολογίζουμε τα δικά τους συμφέροντα και διασυνδέσεις. Όσοι μετέχουν στην προστασία των εταιρειών  και των εργαζομένων στις πλατφόρμες,  με τη δική μας έγκριση, αποκτούν δικαίωμα λόγου και στη διαχείριση του φυσικού αερίου της Κυπριακής Οικονομικής Ζώνης. Πάνω από το τεμάχιο 12 υπήρχε έντονη η παρουσία αμερικανικών αεροπλάνων  6-12 ώρες την ημέρα, όσο καιρό διαρκούσαν οι εργασίες διάτρησης. Τα οικονομικά συμφέροντα εταιρειών και κρατών έφεραν στην περιοχή πολεμικά πλοία όσα δεν έφεραν περιφερειακοί πόλεμοι, που κατά καιρούς ξεσπούσαν στην περιοχή. Αμερικανικά , γαλλικά , αγγλικά , ρωσικά, γερμανικά πλοία περιπολούν πια στην περιοχή, ενώ το Ισραήλ ενισχύει τη ναυτική του δύναμη για να προστάσει τα δικά του συμφέροντα. Ας μη μιλούμε για το κυπριακό ναυτικό. Όσο και να ενισχυθεί, το μόνο που θα μπορεί να επιτελεί είναι η προσέγγιση και η ανάληψη ευθυνών έρευνας και διάσωσης γύρω από τις εγκατάστασης εκμετάλλευσης.

Τρίτο, οι δαπάνες για την αξιοποίηση του φυσικού αερίου είναι τόσο μεγάλες, που είναι αδύνατο να καλυφθούν από εγχώριες πηγές. Απαιτούνται κεφάλαια και τεχνογνωσία κι αυτά καμιά χώρα της περιοχής δεν είναι σε θέση να προσφέρει. Αυτά προσφέρονται από τους  ενεργειακούς κολοσσούς, που έχουν δυνατότητες που υπερβαίνουν και αυτούς τους εθνικούς προϋπολογισμούς πολλών κρατών. Η εμπλοκή πανίσχυρων εταιρειών από την Κορέα, Ιταλία, Γαλλία, ΗΠΑ και άλλες ακόμη χώρες δημιουργούν νέα δεδομένα για το πολιτικό και οικονομικό μέλλον της Κύπρου. Κι επειδή οικονομία και ασφάλεια πάνε μαζί, πλάι στις εταιρείες παρατάσσονται και οι χώρες προέλευσης των εταιρειών. Χαρακτηριστικό είναι ότι στην πρόσφατη υπογραφή στη Λευκωσία  συμβολαίων με τις ανάδοχες εταιρείες   για την σκοπούμενη εγκαθίδρυση στην Κύπρο εγκαταστάσεων υγροποιημένου αερίου, παρευρέθηκαν και οι πρέσβεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ.

Τέταρτο, η εκμετάλλευση και η  αξιοποίηση του αερίου εμπλέκει, πέραν των άμεσα ενδιαφερομένων και όλους τους αυριανούς πελάτες, που προσβλέπουν στην εξασφάλιση ενέργειας από την  περιοχή. Πράγμα που σημαίνει ότι λόγο για την αξιοποίηση του θα έχουν και οι καταναλωτές και κύρια η ΕΕ, που ενδιαφέρεται για απρόσκοπτη παροχή ενέργειας από το έδαφος ενός κράτους μέλους, χωρίς πολιτικές ή άλλες περιπλοκές. Δε θα ήθελε η ΕΕ επανάληψη, λόγω Κυπριακού,   των προστριβών και των διακοπών  που είχε με το ρωσικό αέριο.

 

Πέμπτο, για να κατοχυρώσει η ΚΔ τα κυριαρχικά της δικαιώματα προβάλλει το επιχείρημα ότι ενεργεί στη βάση του διεθνούς δικαίου και της σύμβασης των θαλασσών και αυτό αναγνωρίζεται από τις συμβαλλόμενες εταιρείες και τις Κυβερνήσεις που τις στηρίζουν. Οι ξένες όμως Κυβερνήσεις και η ίδια η Επιτροπή της ΕΕ βάζουν και μια επιπρόσθετη προϋπόθεση : να επωφεληθούν όλοι οι κάτοικοι του νησιού από αυτό το φυσικό πλούτο. Εμείς λέμε: Μάλιστα! Αλλά αυτό μπορεί να γίνει μόνο μετά από λύση. Η απάντηση αυτή δεν ικανοποιεί, γιατί στο μεταξύ το φυσικό αέριο θα γίνεται πηγή έντασης μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας και Τουρκίας.

Να αναμένουμε ότι όλες οι χώρες και όλες οι εταιρείες θα συνταχθούν με την πλευρά της ΚΔ είναι κάτι εκτός πραγματικότητας. Η Κύπρος χρειάζεται ειρήνη για να αξιοποιήσει το φυσικό της αέριο, αλλά και η Τουρκία για να επωφεληθεί από την αξιοποίησή του χρειάζεται  νέα μορφή σχέσεων με την Κύπρο. Κι εδώ εγείρεται το θέμα της ίδιας της διαίρεσης του νησιού για την οποία την κύρια ευθύνη φέρει η Τουρκία με την παρουσία πέραν των 35000 στρατιωτών στο βόρειο τμήμα του νησιού. Η συνέχιση του προβλήματος επηρεάζει αρνητικά τα ίδια τα τουρκικά συμφέροντα.

Κατά καιρούς πολιτικοί ηγέτες, απ’ όλες τις πλευρές,  παραδέχονται ότι η μη λύση δεν εξυπηρετεί τας εθνικά τους συμφέροντα, όμως δεν είχαν την τόλμη ή τη βούληση να καταλήξουν σ’ ένα μεταξύ τους συμβιβασμό.

Εφόσον το Κυπριακό παρέμενε τοπικό και μάλιστα σε ύπνωση  η παράτασή του δεν είχε και μεγάλη σημασία. Όταν όμως επηρεάζονται ευρύτερα συμφέροντα τότε δημιουργούνται άλλες καταστάσεις. Το πρόβλημα που έχουν να αντιμετωπίσουν  κύρια η Κύπρος και η Τουρκία είναι να αντιληφθούν τα νέα δεδομένα, οπότε θα πρέπει να συμπορευτούν με τις εξελίξεις. Αν όχι, αν συνεχίσουν την ίδια πορεία και λογική του παρελθόντος, τότε θα τις παρασύρει και τις δύο η δυναμική της νέας εποχής. Η στασιμότητα ή, ακόμη χειρότερα, η επιδείνωση της κατάστασης στην Ανατολική Μεσόγειο λόγω Κύπρου δεν μπορεί να έχει ούτε συνέχεια ούτε μέλλον. Η διαιώνιση του Κυπριακού θα έχει για όλους αρνητικές συνέπειες όχι μόνο για την Τουρκία και την Κύπρο, αλλά και για άλλους πολύ ισχυρότερους.

Μέσα σε αυτά τα νέα δεδομένα ποιο ρόλο μπορεί να διαδραματίσει ο λαός της Κύπρου; Σίγουρα δε θα είναι απόλυτος, αλλά κάτω από κάποιες προϋποθέσεις μπορεί να είναι ουσιαστικός. Όμως για να γίνει τούτο κατορθωτό απαιτείται η πρόταξη ενοποιητικών, κοινών, στόχων μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, προσαρμοσμένων στη νέα  εποχή που ανατέλλει μπροστά μας. Είναι πια φανερό ότι τα συμφέροντα και η ύπαρξή μας στηρίζονται στη μεταξύ μας συνεννόηση.

Ο λαός της Κύπρου, Ελληνοκύπριοι, Τουρκοκύπριοι, Μαρωνίτες, Αρμένιοι και Λατίνοι, θα πρέπει να αναζητήσουμε το δικό μας μονοπάτι ανάμεσα στους ανταγωνισμούς των μεγάλων, χωρίς να  εμπλακούμε στις μεταξύ τους διαφορές. Τούτο μπορούμε να το πετύχουμε καλύτερα με ενωμένες και συντονισμένες προσπάθειες. Ήρθε η ώρα να οραματιστούμε ένα κοινό μέλλον  για την κοινή ευδαιμονία. Ο στόχος αυτός δε θα πραγματοποιηθεί από μονός του, ούτε μόνο με καλές προθέσεις και ευχολόγια. Θα απαιτήσει την ανάλογη κρατική και θεσμική συγκρότηση, που θα ρυθμίζει τη ζωή των πολιτών αλλά και τις σχέσεις της Κύπρου με τους εταίρους της, όπως και με τον υπόλοιπο κόσμο. Για να το πετύχουμε αυτό θα πρέπει  να οικοδομήσουμε το κράτος,  τους θεσμούς και την κοινωνία, που θα τα προστατεύουν και θα τα ρυθμίζουν.

Με αυτά τα δεδομένα θα μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε τις δυνατότητες του λαού μας, ώστε να ωφεληθούμε όλοι από το φυσικό πλούτο που η φύση μας δώρισε.

Θα πρέπει να εργαστούμε για μια διαφορετική Κύπρο, που να αξιοποιεί όλο το ανθρώπινό της δυναμικό, να μπει δυναμικά στις νέες τεχνολογίες και να αποκτήσει νέες ικανότητες, προσαρμοσμένες στις ανάγκες που η αξιοποίηση της ενέργειας θα απαιτήσει.

Μέσα σε αυτή τη νέα τάξη πραγμάτων θα βγουν ωφελημένες τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία, ιδιαίτερα μάλιστα η Τουρκία λόγω της γειτονίας της προς την Κύπρο. Η ενέργεια και οι πολλοί εμπλεκόμενοι παράγοντες όπως και τα πολύπλοκα συμφέροντα υποχρεώνουν την αλλαγή γραμμής πέραν από τους εθνικιστικούς ανταγωνισμούς και τις έμμονες ιδέες τοπικών παραγόντων. Άρα η υπόθεση της εκμετάλλευσης του φυσικού αερίου δεν είναι υπόθεση εθνική αλλά υπερεθνική και το μέλλον βασίζεται στη συνεργασία και στην ειρήνη με όλες τις χώρες της περιοχής και φυσικά μεταξύ της Κύπρου της Ελλάδας και της Τουρκίας .

Η τελεσίδικη απόφαση για το Μαρί.

Αυγούστου 2, 2013

 

Επιλεκτική, προκατειλημμένη επιλογή αποσπασμάτων από την απόφαση:

«Αν είναι να τιμωρηθούν οι κατηγορούμενοι, αλλά όσοι έχουν εξουσία να συνεχίσουν με την ίδια νοοτροπία, τότε άδικη και η τιμωρία, άδικη και η θυσία 13 ανθρώπων. Όλα αυτά θα αποκτήσουν νόημα, μόνο εάν κυριαρχήσει μια νέα αντίληψη που θα θέτει τη νομιμότητα πάνω απ’ όλα και που θα θέτει τον πραγματικό σεβασμό προς τη ζωή στο επίκεντρο της σκέψης και των ενεργειών όσων ασκούν εξουσία. Διαφορετικά, το στρεβλό σύστημα θα προχωρήσει ακάθεκτο προς την επόμενη τραγωδία».

 

Διαβάζοντας την απόφαση ο Πρόεδρος του Κακουργιοδικείου Τεύκρος Οικονόμου αναφέρθηκε στο βαθμό υπαιτιότητας των τεσσάρων, λέγοντας ότι «μεγαλύτερος ήταν ο βαθμός υπαιτιότητας του Κώστα Παπακώστα του οποίου άλλωστε η συμπεριφορά έχει καταταχθεί στην έννοια της ανθρωποκτονίας εκ παραλείψεως». Πρόσθεσε πως οι παραλείψεις του κ. Παπακώστα «επεκτείνονταν στο χρόνο ενώ η επίγνωση του κινδύνου κατέστη αδιαμφισβήτητη και οι προειδοποιήσεις ήταν σαφείς και το αποτέλεσμα ήταν ο θάνατος 13 ανθρώπων».

 

Είπε ακόμα πως  «το γεγονός ότι ο Τσαλικίδης δεν βρέθηκε κατηγορούμενος μαζί με τα πρόσωπα που σήμερα θα τιμωρηθούν θεωρούμε ότι στοιχειοθετεί, ούτως ή άλλως, διαφορετική μεταχείριση και δημιουργεί αίσθημα αδικίας στους κατηγορούμενους και την κοινωνία».

 

Στην απόφασή του το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε και στις θέσεις των συνηγόρων υπεράσπισης Ευστάθιου Ευσταθίου και Θανάση Κορφιώτη για το ρόλο που είχε διαδραματίσει στην υπόθεση ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, σημειώνοντας πως ο τέως Πρόεδρος στις 3 Σεπτεμβρίου του 2010 «έλαβε γνώση ότι οι στρατιωτικοί ήθελαν την καταστροφή του φορτίου λόγω των κάποιων κινδύνων που υπάρχουν με τις ψηλές θερμοκρασίες που αναπτύσσονται μέσα στα εμπορευματοκιβώτια το καλοκαίρι’ και ότι η Εθνική Φρουρά ήταν σε θέση να καταστρέψει το φορτίο. Υπήρχε τότε και κάποια ένδειξη για αλλαγή στη στάση του Ιράν. Παρά ταύτα, τα πράγματα αφέθηκαν ως είχαν μέχρι το επόμενο, το τρίτο και μοιραίο καλοκαίρι».

Ανέφερε ακόμα ότι ο Κώστας Παπακώστας «δεν ενεργούσε ως ιδιώτης ή μεμονωμένα, αλλά ενεργούσε ως μέλος της Κυβέρνησης».

 

Αναφορικά με το κλίμα που επικρατούσε τότε με την κατάσχεση των 98 εμπορευματοκιβωτίων, ο κ. Οικονόμου είπε πως «δεν ήταν ένα κλίμα όπου όλα λειτουργούσαν με επάρκεια και ικανότητα στο οποίο ξεχώρισε ως μαύρο πρόβατο η αμέλεια του κατηγορούμενου 2 ή των κατηγορουμένων 4, 5 και 6. Αντίθετα, η διαπίστωση μας ήταν ότι επρόκειτο για μια καθολική, απαράδεκτη και εξοργιστική δυσλειτουργία του πολιτικού και διοικητικού συστήματος και οι κατηγορούμενοι ήταν μέρος αυτού του συστήματος».

Εκρηκτική μέρα.

Εκρηκτική μέρα.

 

- See more at: http://www.sigmalive.com/news/local/58513#sthash.gxEXSqbS.dpuf

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 2,122 other followers